Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπουκάι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 13 Αυγούστου 2013

Ο κύκλος του 99...

Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο. Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη. Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιο είναι το μυστικό σου?
-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα...δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ´εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό. -Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη. Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που?
-Μα από τον κύκλο.
-Γι' αυτό είναι ευτυχισμένος?
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής? Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε?
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη?
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις?
-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ´ευθείαν?
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε: Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ. Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι...Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ...που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει...Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι...Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε...κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε! Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά...συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας...συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα. Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς. Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε...άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί. -Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει. Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός. Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται? Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω...Να πουλήσω...Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά...ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά... Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα. Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?
-Μέρες έχω να σ´ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.

ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ...
Από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Jorge Bucay, «Να σου πω μια Ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 1 Φεβρουαρίου 2013

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία...

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι’αυτο πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει. Αυτή τη νύχτα, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μία σακούλα. Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει: »Ποιός ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία;» και αμέσως διορθώνει: »στην δική μου παραλία.». Σκύβει λοιπόν, πιάνει τη σακούλα, και τη βγάζει απο το νερό. Είναι θεοσκότεινα…Βγάζει το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες. Ενστικτωδώς παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει με δύναμη στην θάλασσα. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλούπ! Μετά αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ-πλαφ! Διασκεδάζει..Ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει τον χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει και με κλειστά μάτια και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα. Μέχρι που βγαίνει ο ήλιος. Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα. Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά απο τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία και έχει βγει ήδη ο ήλιος. Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να τη πετάξει με όλη του την δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει τη προσοχή. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα απο τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Συνειδητοποιεί οτι η πέτρα είναι απο καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα απο ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει όμως μόλις σκέφτεται οτι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα. Και σκέφτεται:»Τί χαζός που ήμουνα!» Είχε στα χέρια του μία σακούλα γεμάτη πέτρες απο χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό..Αρχίζει τότε να οδύρεται , να κλαίει και να θρηνεί..να λυπάται για τις χαμένες πέτρες..Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος..είναι τρελός, είναι ηλίθιος.. Ο ήλιος έχει πια ανατείλει. Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα…συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να έχει αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του. Αντιλαμβάνεται τελικά οτι κατέχει ένα θησαυρό και αυτός ο θησαυρός είναι απο μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος. Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμη στα χέρια του. Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντα τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά..Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε την λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας. Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012

Ποιος είναι αυτός που θα κρίνει την αξία σου...

"Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πώς μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;" Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: "Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..." και ύστερα από μια παύση συνέχισε: "Αν θέλεις να με βοηθήσεις εσύ, μπορεί να λύσω γρήγορα το πρόβλημά μου και μετά να μπορέσω να σε βοηθήσω". "Ε...μετά χαράς, δάσκαλε", είπε διστακτικά ο νεαρός, νιώθοντας ότι τον υποτιμούσαν γι' άλλη μια φορά και μετέθεταν τις ανάγκες του. "Ωραία" συνέχισε ο δάσκαλος. Έβγαλε, ένα δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό του χέρι και το έδωσε στο αγόρι, λέγοντας: "Πάρε το άλογο που είναι εκεί έξω και τρέξε στην αγορά. Πρέπει να πουλήσω αυτό το δαχτυλίδι για να πληρώσω ένας χρέος. Είναι ανάγκη να πάρεις όσο περισσότερα μπορείς για αυτό. Και με κανέναν τρόπο μη δεχτείς λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί. Πήγαινε και έλα με το χρυσό φλουρί όσο πιο γρήγορα μπορείς". Ο νεαρός πήρε το δαχτυλίδι κι έφυγε... Μόλις έφτασε στην αγορά άρχισε να προσφέρει το δαχτυλίδι στους έμπορους που το κοίταζαν με κάποιο ενδιαφέρον, ώσπου ο νεαρός έλεγε τι ζητούσε για αυτό. Όταν το παιδί έλεγε "ένα χρυσό φλουρί" άλλοι γελούσαν, άλλοι του γυρνούσαν τις πλάτες και μόνο ένας γέροντας φάνηκε αρκετά ευγενικός για να μπει στον κόπο να του εξηγήσει ότι ένα χρυσό φλουρί ήταν πάρα πολύ για ένα δαχτυλίδι. Θέλοντας να βοηθήσει, ένας του πρόσφερε ένα ασημένιο νόμισμα κι ένα μπακιρένιο τάσι, όμως, ο νεαρός είχε οδηγίες να μη δεχτεί λιγότερα από ένα χρυσό φλουρί κι έτσι απέρριψε την προσφορά. Αφού προσπάθησε να πουλήσει το κόσμημα σε όποιον συνάντησε στο δρόμο του στην αγορά - και σίγουρα θα ήταν πάνω από εκατό άτομα-, παραδέχτηκε την αποτυχία του, καβάλησε το άλογο και γύρισε πίσω. Πόσο θα ήθελε ο νεαρός να είχε ένα χρυσό φλουρί για να το δώσει στο δάσκαλο και να τον γλιτώσει από το πρόβλημά του. Έτσι θα έπαιρνε κι αυτός τη συμβουλή και τη βοήθεια του δασκάλου. Μπήκε μέσα στη κάμαρη. "Δάσκαλε" είπε, "λυπάμαι. Είναι αδύνατο να τα καταφέρω. Ίσως να μπορούσα να πάρω δύο ή τρία ασημένια, όμως, νομίζω ότι δεν μπορώ να γελάσω κανέναν για την πραγματική αξία του δαχτυλιδιού". "Αυτό που είπες είναι πολύ σημαντικό, νεαρέ μου φίλε" απάντησε χαμογελαστός ο δάσκαλος. "Πρέπει πρώτα να μάθουμε την αληθινή αξία του δαχτυλιδιού. Καβάλησε πάλι το άλογο και πήγαινε στον κοσμηματοπώλη. Ποιος άλλος θα ξέρει καλύτερα; Πες του ότι θέλεις να το πουλήσεις και ρώτησέ τον πόσα μπορεί να πιάσει. Όμως, μην του το πουλήσεις όσα και αν σου προσφέρει. Γύρισε πίσω με το δαχτυλίδι". Ο νεαρός καβάλησε κι έφυγε πάλι. Ο κοσμηματοπώλης εξέτασε το δαχτυλίδι στο φως του κεριού, το κοίταξε με το φακό, το ζύγισε και μετά είπε στο παιδί. "Πενήντα οχτώ χρυσά" φώναξε το παιδί. "Ναι" απάντησε ο κοσμηματοπώλης. "Βέβαια με λίγη υπομονή θα μπορούσαμε να βγάλουμε γύρω στα εβδομήντα χρυσά φλουριά, όμως, αν είναι επείγον..." Ο νεαρός έτρεξε συγκινημένος στο σπίτι του δασκάλου να του πει τα καθέκαστα. "Κάθισε" του είπε ο δάσκαλος αφού τον άκουσε. "Είσαι κι εσύ σαν αυτό το δαχτυλίδι. Είναι πολύτιμο και μοναδικό κόσμημα. Και σαν τέτοιο, πρέπει να σε εκτιμήσει ένας αληθινά ειδικός. Γιατί στη ζωή σου γυρίζεις εδώ κι εκεί ζητώντας να εκτιμήσει ο καθένας την πραγματική σου αξία;" Και με αυτά τα λόγια, έβαλε πάλι το δαχτυλίδι στο μικρός δάχτυλο του αριστερού του χεριού.

του Χόρχε Μπουκάϊ

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012

Η πρόκληση των εφτά Α...

Όπως ο Ηρακλής, ο ήρωας της μυθολογίας μας, έτσι και ο άνθρωπος που αναζητά, θα πρέπει να ξεπεράσει εφτά εμπόδια αν θέλει να βαδίσει προς τη σωστή κατεύθυνση. Έχει εφτά δοκιμασίες να περάσει, εφτά μαθήματα να μάθει, εφτά προκλήσεις ώσπου να φτάσει στην αλήθεια. Για να μην ξεχάσω, ορίζω κάθε έναν απ΄αυτούς τους “άθλους” με το γράμμα Α.
Η πρόκληση του ΑΜΕΣΟΥ.
Η πρόκληση της ΑΝΑΛΗΨΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΠΟΔΟΧΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΡΜΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΘΕΤΩΝ.
Η πρόκληση της ΑΛΗΘΙΝΗΣ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗΣ.
Η πρόκληση της ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΣΕΙΣ.
Η πρόκληση της ΑΓΑΠΗΣ.
Η πρόκληση του ΑΜΕΣΟΥ
Όταν είσαι άνθρωπος που αναζητά, μαθαίνεις να έρχεσαι σε επαφή με την αληθινή ζωή και δεν ζεις αφηρημένος, αδιάφορος ή οκνηρός. Το παρελθόν και το μέλλον αποτελούν δύο φανταστικούς κόσμους προς τους οποίους μπορούμε πάντοτε να δραπετεύουμε. Είναι εκεί, διαθέσιμοι, κρυμμένοι μέσα στις αναμνήσεις και τα όνειρα. Ο άθλος έγκειται στο να τους διατηρήσουμε και να τους τιμήσουμε, χωρίς να τρέξουμε να χωθούμε στην αγκαλιά τους, καθώς δεν είναι κόσμοι άνετοι, αλλά προβλέψιμοι και μακρινοί. Να ζει στο παρόν, αυτή είναι η πρώτη δοκιμασία που πρέπει να περάσει ο άνθρωπος που αναζητά. Να ζει με αφοσίωση, έντονα, αληθινά. Αν πας να χορέψεις, χόρεψε με όλο σου το είναι ή μη χορέψεις καθόλου. Κι αν αγαπάς, αγάπα εντελώς ή μην αγαπάς καθόλου. Αν αποφασίσεις να μείνεις εδώ, μείνε εδώ. Αν φύγεις, όμως, φύγε μια και καλή. Μη μένεις στη μέση, μην προσπαθείς να κάνεις τους άλλους να σε θυμούνται όταν εσύ δεν είσαι εκεί. Ο άνθρωπος της αναζήτησης, ό,τι κάνει το κάνει με ένταση και όσο καλύτερα μπορεί. Ό,τι απορρίπτει, όμως – για οποιονδήποτε λόγο: πίεση, αγωνία ή άγχος – , το εγκαταλείπει χωρίς να προσπαθήσει να επωφεληθεί. Δεν τον ενδιαφέρει πια αυτό που αφήνει πίσω του, δεν το ξαναχρησιμοποιεί ούτε το υπολογίζει, διαφορετικά θα ήταν σαν να του άνοιγε το δρόμο της επιστροφής. Όταν θα έχει ολοκληρωθεί ο άθλος, δεν θα λέει: Ναι, αλλά κάποτε….Είναι επειδή χτες…. Ποτέ δεν κατάφερε να …. Και θα πρέπει να ξεχάσει τις φράσεις:Θα το κάνω αύριο, Θ’ αγαπήσω αύριο, Αύριο θα κόψω το κάπνισμα, Αύριο αρχίζω δίαιτα. Όποιος θέλει να κάνει κάτι ….απλώς αναρωτιέται: Γιατί αύριο;Γιατί όχι τώρα; Γιατί το αναβάλλω; Οι αναβολές τις περισσότερες φορές, είναι ένα κόλπο του μυαλού μας, για να φορτώσουμε στο χρόνο όσα δεν αποφασίζουμε να αντιμετωπίσουμε. “Κάποιοι είναι πρόθυμοι να κάνουν οτιδήποτε, εκτός απ΄το να ζουν εδώ και τώρα” Τζον Λένον. Όταν θα έχει πια τελειώσει η δοκιμασία, η ζωή θα έχει ρίξει άγκυρα γερά στο εδώ και τώρα, θα έχει μεταλλαχθεί σε φυσική γνώση και θα έχει αρχίσει να παίρνει νέες διαστάσεις. Τότε, ο άνθρωπος που αναζητά θα ανακαλύψει ότι δεν είναι περιορισμένος να κάνει μόνο όσα έμαθε, ή όσα του είπαν πως πρέπει να κάνει, και θα πάψει ν΄αναζητά δικαιολογίες στο παρελθόν του, στα βάσανά του, στους πόνους και στις απώλειές του. Θα ξέρει ότι δεν είναι υποχρεωμένος να φτάσει πουθενά, ούτε να πετύχει αυτός όσα άλλοι θα ήθελαν να πετύχουν για το δικό τους μέλλον. Σ΄αυτή τη φάση, ο άνθρωπος που αναζητά μαθαίνει αυτό που ονομάζεται : “ύψιστη ανακάλυψη της υγείας”. Μπορεί να μπει και να βγει απ΄οτιδήποτε: από κάθε κατάσταση, από κάθε ιδέα, σε κάθε στιγμή, αν αυτή είναι η απόφασή του. Κι έτσι, ξέροντας πια πόσο πονάει η ανάμνηση, βεβαιώνεται ότι ο πόνος δεν εμποδίζει την πορεία, και καταλαβαίνει για πρώτη φορά ότι : ΕΙΜΑΣΤΕ τρωτοί, αλλά όχι κι εύθραυστοι. Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η μεγάλη μας δύναμη!!!

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Από την άγνοια στη σοφία

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 7 Αυγούστου 2012

Τα παιδιά ήταν μόνα…

Η μητέρα τους είχε φύγει από νωρίς το πρωί και τα είχε αφήσει στη Μαρίνα, μια νέα δεκαοχτώ χρόνων, την οποία έπαιρνε κάποιες φορές για λίγες ώρες προκειμένου να τα προσέχει με αντάλλαγμα μερικά νομίσματα. Από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας, οι καιροί είχαν δυσκολέψει πολύ για να το ρισκάρει να λείψει από τη δουλειά όταν η γιαγιά αρρώσταινε ή έλειπε από την πόλη. Όταν ο φίλος της κοπέλας τηλεφώνησε για να της προτείνει μια βόλτα με το καινούργιο του αυτοκίνητο , η Μαρίνα δεν δίστασε και πολύ. Άλλωστε , τα παιδιά κοιμούνταν όπως κάθε απόγευμα , και δεν θα ξυπνούσαν πριν τις πέντε. Μόλις άκουσε την κόρνα, άρπαξε την τσάντα της κι άφησε ανοιχτό το ακουστικό του τηλεφώνου. Προνόησε να κλειδώσει την πόρτα του δωματίου και φύλαξε το κλειδί στην τσέπη της. Δεν ήθελε να διακινδυνέψει να ξυπνούσε ο Πάντσο και να κατέβαινε τη σκάλα για να την ψάξει , γιατί , όπως και να ‘χει , ήταν μόνο έξι χρόνων, και με την παραμικρή απροσεξία μπορούσε να σκοντάψει και να χτυπήσει. Επίσης, σκέφτηκε ότι αν συνέβαινε αυτό, δεν θα ήξερε πως να εξηγήσει στην μητέρα το λόγο για τον οποίο το παιδί δεν την είχε βρει. Ίσως να ήταν ένα βραχυκύκλωμα στην τηλεόραση ή σε κάποιο από τα φώτα στου σαλονιού , ή μπορεί μια φλόγα στα καυσόξυλα -το θέμα είναι ότι όταν οι κουρτίνες άρχισαν να καίγονται , η φωτιά έφτασε γρήγορα στην ξύλινη σκάλα που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια . Τον ξύπνησε ο βήχας του μωρού, εξαιτίας του καπνού που περνούσε κάτω απ’ την πόρτα. Χωρίς να σκεφτεί ο Πάντσο πήδηξε από το κρεβάτι και πίεσε με δύναμη το πόμολο για να ανοίξει την πόρτα, αλλά δεν τα κατάφερε. Όπως και να ‘χει , ακόμα κι αν το είχε καταφέρει , οι φλόγες θα είχαν καταβροχθίσει τον ίδιο και τον λίγων μηνών αδερφό του σε ελάχιστα λεπτά. Ο Πάντσο φώναξε τη Μαρίνα, αλλά κανείς δεν απάντησε στην έκκληση του. Έτσι , έτρεξε στο τηλέφωνο του δωματίου (αυτός ήξερε πώς να παίρνει τηλέφωνο τη μαμά του) αλλά δεν υπήρχε γραμμή. Ο Πάντσο συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να βγάλει τον αδερφό του από ‘κεί μέσα. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο που έβγαζε στο περβάζι , αλλά ήταν αδύνατο για τα μικρά του χέρια να λύσει την ασφάλεια και -ακόμα και αν τα κατάφερνε – , θα έπρεπε να ξεμπλέξει το συρμάτινο πλέγμα που οι γονείς του είχαν βάλει για προστασία. Όταν οι πυροσβέστες τελείωσαν με το σβήσιμο της φωτιάς , το θέμα συζήτησης όλων ήταν το ίδιο: -Πώς μπόρεσε αυτό το τόσο μικρό παιδί να σπάσει με την κρεμάστρα το τζάμι και μετά τη σήτα; -Πώς μπόρεσε να φορτώσει το μωρό στο σακίδιο; -Πώς μπόρεσε να περπατήσει στο περβάζι κουβαλώντας σημαντικό βάρος και να κατέβει από το δέντρο; -Πώς μπόρεσε να σώσει τη ζωή του αδερφού του και τη δική του; Ο ηλικιωμένος πυροσβέστης, άνθρωπος σοφός που όλοι σέβονταν , τους έδωσε την απάντηση: “Ο μικρός Πάντσο ήταν μόνος…Δεν είχε κανέναν να του πει ότι δεν θα μπορούσε.”

Πηγή: Χόρχε Μπουκάι (Ιστορίες να σκεφτείς)

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 23 Ιανουαρίου 2012

Οι μεταλλωρύχοι...

Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα και βγάζουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση. Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Αν κάνουν ό,τι πρέπει, τους μένουν τρεις, το πολύ τρεισήμισι ώρες αέρα.
Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή για να κατέβουν να τους βρουν. Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;
Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.
Συμφωνούν να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη. Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα χωρίς να μιλάνε.
Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’ αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει; Και τώρα;
Ο χρόνος αρχίζει να μακραίνει, τα δύο λεπτά τους φαίνονται μία ώρα. Η απελπισία πριν από κάθε απάντηση κάνει ακόμη μεγαλύτερη την ένταση που νιώθουν. Ο επικεφαλής των μεταλλωρύχων συνειδητοποιεί πως αν συνεχίσουν έτσι, η αγωνία θα τους κάνει να αναπνέουν πιο γρήγορα κι αυτό μπορεί να τους σκοτώσει. Διατάζει, λοιπόν, εκείνον που έχει το ρολόι να ελέγχει, εκείνος μόνο, το πέρασμα της ώρας. Κανένας πλέον δεν θα κάνει ερωτήσεις, θα τους ενημερώνει εκείνος κάθε μισή ώρα.
Αυτός, εκτελώντας τη διαταγή, παρακολουθεί το ρολόι του. Και μόλις περνάει η πρώτη μισή ώρα, λέει «πέρασε μισή ώρα». Ένα μουρμουρητό ακούγεται… Η αγωνία τους πλανιέται στον αέρα.
Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει πως, όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό. Χωρίς να το συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται μέχρι να πεθάνουν. Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει τη μισή ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.
Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά, κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.
Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την τρίτη ενημέρωση την κάνει μία ώρα μετά. Τους λέει: «πέρασε άλλη μισή ώρα…» Και οι πέντε πείθονται ότι έχουν περάσει παγιδευμένοι, συνολικά, μιάμιση ώρα, και σκέφτονται μάλιστα πόσο μακρύς τους φαίνεται ο χρόνος.
Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει πως έχει περάσει μόνο μισή.
Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης ξέρει σε ποιον θάλαμο έχουν παγιδευτεί, και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.
Φτάνουν, τελικά, μετά από τεσσερισήμισι ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς. Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε. Ένας πέθανε από ασφυξία… Εκείνος που είχε το ρολόι.

Να τι δύναμη έχουν οι πεποιθήσεις στη ζωή μας. Να τι μπορούν να μας κάνουν οι εξαρτήσεις μας.
Κάθε φορά που κατασκευάζουμε τη βεβαιότητα ότι κάτι ανεπανόρθωτα καταστρεπτικό θα μας συμβεί —κι ας μην ξέρουμε πώς (ή και ξέροντάς το)—, αυτό που στην ουσία κάνουμε είναι ότι προκαλούμε, πάμε γυρεύοντας, βοηθάμε και σίγουρα δεν κάνουμε το παραμικρό για να μη μας συμβεί στ’ αλήθεια κάτι (έστω και λίγο) από το κακό που είχαμε προβλέψει.
Παρεμπιπτόντως, (όπως στην ιστορία), ο μηχανισμός λειτουργεί και αντίστροφα:
Όταν νομίζουμε, ή μάλλον έχουμε την πεποίθηση, ότι με κάποιον τρόπο μπορούμε να πάμε μπροστά, οι πιθανότητες να προχωρήσουμε πολλαπλασιάζονται.
Είναι φανερό πως αν η ομάδα διάσωσης είχε κάνει 12 ώρες να φτάσει, δεν θα μπορούσαν ούτε να διανοηθούν ότι θα έβρισκαν ζωντανούς τους μεταλλωρύχους. Δεν λέω πως από μόνη της η θετική στάση είναι ικανή να αποτρέψει το μοιραίο ή να αποφύγει μια τραγωδία. Αυτό που λέω είναι ότι, οι πεποιθήσεις αυτο-υποτίμησης καθορίζουν χωρίς αμφιβολία τον τρόπο που ο καθένας μας αντιμετωπίζει τις δυσκολίες."

Του Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 11 Ιανουαρίου 2012

Το μαγαζί της αλήθειας..

Ο άνθρωπος περπατούσε σ’ εκείνα τα σοκάκια της επαρχιακής πόλης. Είχε χρόνο και γι’ αυτό κοντοστεκόταν για λίγο μπροστά σε κάθε βιτρίνα, σε κάθε κατάστημα, σε κάθε πλατεία.
Στρίβοντας σε μια γωνία βρέθηκε άξαφνα μπροστά σε ένα ταπεινό κατάστημα που η ταμπέλα του ήταν λευκή. Περίεργος, πλησίασε στη βιτρίνα και κόλλησε το πρόσωπο του στο κρύσταλλο για να καταφέρει να δεί μέσα στο σκοτάδι… Το μόνο που φαινόταν ήταν ένα αναλόγιο μ’ ένα χειρόγραφο καρτελάκι που έγραφε:
Το μαγαζί της αλήθειας.
Ο άνθρωπος έμεινε έκπληκτος. Σκέφτηκε, ότι αν και διέθετε ανεπτυγμένη φαντασία, του ήταν αδύνατον να φανταστεί τί μπορεί να πουλούσαν.
Μπήκε. Πλησίασε την κοπέλα που στεκόταν στον πρώτο πάγκο και τη ρώτησε:
“Συγνώμη. Αυτό είναι το μαγαζί της αλήθειας;”
“Μάλιστα κύριε. Τί λογής αλήθεια θέλετε; Αλήθεια μερική, αλήθεια σχετική, αλήθεια στατιστική, πλήρη αλήθεια;”
Ώστε, λοιπόν, πουλούσαν αλήθεια. Ποτέ δεν είχε φανταστεί οτι ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Να πηγαίνεις σ’ ένα μέρος και να παίρνεις την αλήθεια, ήταν υπέροχο.
“Θέλω πλήρη αλήθεια” αποκρίθηκε ο άνθρωπος χωρίς ταλάντευση.
“Είμαι τόσο απαυδισμένος από τα ψέματα και τις πλαστογραφίες” σκέφτηκε “Δε θέλω άλλες γενικεύσεις, ούτε δικαιολογίες, δε θέλω απάτες, ούτε κοροϊδίες.”
“Απόλυτη αλήθεια” διόρθωσε.
“Μάλιστα κύριε. Ακολουθήστε με.”
Η κοπέλα συνόδευσε τον πελάτη σ’ ένα άλλο μέρος του καταστήματος και δείχνοντας έναν πωλητή με αυστηρό ύφος, είπε:
“Ο κύριος θα σας εξυπηρετήσει.”
Ο πωλητής πλησίασε και περίμενε τον πελάτη να μιλήσει.
“Ήρθα να αγοράσω την απόλυτη αλήθεια.”
“Αχα. Συγνώμη, γνωρίζετε την τιμή;”
“Όχι. Πόσο κοστίζει;” αποκρίθηκε τυπικά. Στην πραγματικότητα ήξερε οτι θα πλήρωνε όσο όσο για να έχει όλη την αλήθεια.
“Για όλη την αλήθεια”, είπε ο πωλητής “το αντίτιμο είναι οτι ποτέ πιά δε θα έχετε την ησυχία σας.”
Ένα ρίγος διέτρεξε τη ράχη του ανθρώπου. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι το κόστος θα ήταν τόσο υψηλό.
“Ε..ευχαριστώ… Συγνώμη…” ψέλλισε.
Έκανε μεταβολή και βγήκε από το κατάστημα κοιτώντας το έδαφος.
Ένιωσε λίγο θλιμμένος όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν ακόμα προετοιμασμένος για την απόλυτη αλήθεια, ότι ακόμα χρειαζόταν ορισμένα ψέματα για να βρίσκει ανάπαυση, ορισμένους μύθους και εξιδανικεύσεις για να καταφεύγει, ότι ήθελε κάποιες δικαιολογίες για να μην αντιμετωπίζει τον ίδιο του τον εαυτό…
“Ίσως αργότερα…” σκέφτηκε.

του ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

Η Λογική του Μεθυσμένου...

Ένας τύπος μπαίνει σ΄ ένα μπαρ, κάθεται στη μπάρα και ζητάει πέντε ποτήρια ουίσκι.
"Όλα μαζί;" ρωτάει ο σερβιτόρος.
" Ναι, και τα πέντε" απαντά ο πελάτης, "σκέτα, χωρίς πάγο"
Τον σερβίρει , και ο πελάτης τα πίνει μονορούφι.
"Σερβιτόρε" λέει. "Τώρα, βάλε μου τέσσερα ποτήρια ουίσκι, χωρίς πάγο"
Ενώ αυτός τα σερβίρει, αρχίζει να βλέπει ότι ο πελάτης έχει αποκτήσει ένα χαζό χαμόγελο. Αφού πιεί συνεχόμενα και τα τέσσερα ποτήρια, προσπαθεί να σηκωθεί όρθιος, και καθώς αρπάζεται από τη μπάρα αναφωνεί¨" Αγόρι! Φέρε μου άλλα τρία ποτήρια ουίσκι" . Γελάει λίγο και προσθέτει :"Χωρίς πάγο".
Ο σερβιτόρος υπακούει και ο πελάτης τα ξαναπίνει γρήγορα. Τώρα δεν είναι χαζό μόνο το χαμόγελο αλλά και το βλέμμα. "Φίλε!" λέει τώρα με δυνατά φωνή, ""βάλε μου δύο ποτήρια από το ίδιο"
Το κατεβάζει και φωνάζει για γι΄άλλη μια φορά στον σερβιτόρο " Aδελφέ! Είσαι σαν αδελφός για μένα..." Γελάει με λόξυγκα και προσθέτει: "Βάλε μου άλλο ένα ποτήρι ουίσκι, χωρίς πάγο. Αλλά μόνο ένα, έτσι; Μονάχα ένα..."
Ο μπάρμαν τον σερβίρει. Ο τύπος κατεβάζει το ποτήρι και με μία μόνη γουλιά και, εξ αιτίας μιας ακαταμάχητης ζαλάδας, πέφτει στο πάτωμα εντελώς και οριστικά μεθυσμένος.
Από εκεί κάτω, λέει στο σερβιτόρο: "O γιατρός δε θέλει να με πιστέψει, αλλά εσύ είσαι μάρτυρας:"Όσο λιγότερο πίνω, τόσο χειρότερα γίνομαι!!!"

Απο το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάι "ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΣ"

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2011

Επανάσταση...

ΚΑΙ!,ΞΑΦΝΙΚΑ, ακούστηκε το κουδούνι.
«Είσαι εκεί;» άκουσα. «Είναι ώρα!»
«Τώρα, έρχομαι» απάντησα μηχανικά.
«Είναι ήδη αργά. Άνοιξε την πόρτα,»
Ήμουν απαυδισμένος. Σκέφτηκα να πάρω το σφυρί και να το κάνω ...
Με λίγη τύχη θα μπορούσα, με ένα μόνο χτύπημα, να τελειώνω με το ασταμάτητο μαρτύριο. Θα ήταν θαυμάσιο.
Όχι άλλοι έλεγχοι... Όχι άλλη βιασύνη ... Όχι άλλη φυλακή!
Αργά η γρήγορα, όλοι θα μάθαιναν τι έκανα ... Αργά η γρήγορα, κάποιοι; θα έβρισκε το θάρρος να με μιμηθεί. ..
Και μετά, ίσως άλλος ... Κι άλλος ...
Και πολλοί άλλοι θα έπαιρναν κουράγιο
Μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα έπρεπε να τελειώνουμε μια για πάντα με την καταπίεση.
Να απαλλαγούμε μια για πάντα με την καταπίεση. Να απαλλαγούμε οριστικά απ΄αυτά. Να απαλλαγούμε απ΄αυτά απ΄όλες τους τις μορφές...
Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το όνειρο μου ήταν ανέφικτο. Η σκλαβιά μας μοιάζει να είναι, την ίδια στιγμή, και η μόνη μας επιλογή ...
Εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε τις φυλακές μας, και τώρα, χωρίς αυτές, η κοινωνία δεν θα υπήρχε.Είμαι αναγκασμένος να το παραδεχτώ ...
Δεν θα ξέραμε να ζήσουμε χωρίς ρολόγια!

Του Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2011

Ο κυκλος του 99...


Ζούσε κάποτε, πριν πολλά χρόνια, ένας βασιλιάς πολύ θλιμμένος που είχε έναν υπηρέτη χαρούμενο και αισιόδοξο.Κάθε πρωί ξυπνούσε τον βασιλιά πηγαίνοντας του το πρόγευμα, τραγουδούσε χαρούμενα στιχάκια, του έκανε αστείους μορφασμούς. Στο κεφάτο πρόσωπό του υπήρχε πάντα ένα μεγάλο φωτεινό χαμόγελο, αλλά και όλη του η ζωή ήταν ήρεμη και ευτυχισμένη.
Κάποια μέρα ο βασιλιάς δεν άντεξε και τον ρώτησε:
-Ποιό είναι το μυστικό σου;
-Ποιό μυστικό Μεγαλειότατε;
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα.δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ΄εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό.
-Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος; Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ΄ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος;
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου απο μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη.
Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος;
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που;
-Μα από τον κύκλο.
-Γι αυτό είναι ευτυχισμένος;
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής; Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο;
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε;
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη;
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος;
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις;
-Αν μου επιτρέψεται θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις; είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ΄ευθείαν;
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ΄όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί;
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε; Πότε ξεκινάμε;
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω . Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε:
Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ.
Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν.
Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε.
Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι.Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ.που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει.Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι.Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα. Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε.κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε!
Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά.
Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά.συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας.συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα.
Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς.
Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί; Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε.άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου!
Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί.
-Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει.
Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός.
Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό΄χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται; Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω.Να πουλήσω.Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά.ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά.
Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα.
Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο;
-Μέρες έχω να σ΄ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι;
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.
Ο ασπρομάλλης ψυχαναλυτής έκανε μια παύση και κοίταξε προσεκτικά τον ασθενή του. Προσπάθησε να διαβάσει τα συναισθήματα από την ιστορία στο πρόσωπό του. Ανακάθησε στην πολυθρόνα του, πήρε το ποτήρι δίπλα του και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά σακέ. Καθάρισε την φωνή του και συνέχισε:
Βλέπεις Ντεμιάν, εσύ, εγώ και όλοι μας έχουμε εκπαιδευθεί σ΄αυτήν την ηλίθια ιδεολογία. Πάντοτε κάτι μας λείπει για να νιώσουμε ικανοποιημένοι, και δυστυχώς μόνο αν είσαι ικανοποιημένος μπορείς να απολαύσεις όσα έχεις. Γι αυτό, μάθαμε πως τάχα η ευτυχία θα έλθει όταν ολοκληρώσουμε αυτό που μας λείπει.Και επειδή πάντα κάτι λείπει, ξαναγυρίζουμε στην αρχή και δεν απολαμβάνουμε ποτέ την ζωή.
Τι θα συνέβαινε όμως, αν η φώτιση ερχόταν στις ζωές μας και αντιλαμβανόμαστε, έτσι ξαφνικά, ότι τα ενενηντα εννιά φλουριά μας είναι το 100% του θησαυρού;
Οτι δεν μας λείπει τίποτα, κανένας δεν μας έκλεψε τίποτα, το εκατό δεν είναι καθόλου πιο στρογγυλός αριθμός από το ενενηντα εννιά;
Οτι αυτό, είναι μόνο μια παγίδα, ένα καρότο που έβαλαν μπροστά μας, για να είμαστε βλάκες, για να σέρνουμε το κάρο,κουρασμένοι, κακόκεφοι, δυστυχείς και συμβιβασμένοι;
Μια παγίδα για να μην σταματήσουμε ποτέ να σπρώχνουμε και να μείνουν όλα όπως έχουν. Αιωνίως τα ίδια. Πόσα θα άλλαζαν αν μπορούσαμε να απολαύσουμε τους θησαυρούς μας, έτσι ακριβώς όπως είναι. Ετσι ακριβώς όπως τους κατέχουμε.
Προσοχή όμως Ντεμιάν. Το να παραδεχτείς ότι το ενενηνταεννιά είναι ο θησαυρός, δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψεις τους στόχους σου. Δεν σημαίνει άραγμα, συμβιβασμός με οτιδήποτε. Γιατί άλλο το να παραδέχεσαι, κι άλλο το να συμβιβάζεσαι. Αυτό όμως, είναι σε άλλο παραμύθι.

Χόρχε Μπουκάι

Πηγή: http://anthropinessxeseis.blogspot.com/

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 3 Δεκεμβρίου 2011

To σύνδρομο των στενών παπουτσιών...

Υπάρχει μια παγίδα που μας έστησαν όταν ήμασταν μικρά παιδιά. Η παγίδα είναι μια ιδέα τόσο βαθιά ριζωμένη μέσα μας, που αποτελεί μέρος της κουλτούρας μας, άμεσα και έμμεσα.

«Aξίζει μόνο ό,τι ... επιτυγχάνεται με κόπο»
Ο καθένας αντιλαμβάνεται από την εμπειρία του ότι στην πραγματικότητα, αυτό δεν είναι σωστό, αλλά όλοι χτίζουμε τη ζωή μας σαν να ήταν μια αδιαμφισβήτητη αλήθεια. Αυτό το σκεπτικό ταιριάζει με ένα κλινικό σύνδρομο το οποίο έχω ονομάσει «το σύνδρομο των στενών παπουτσιών».

Ένας άντρας μπαίνει σ’ ένα κατάστημα υποδημάτων, κι ένας ευγενικός υπάλληλος τον πλησιάζει. «Τι θα θέλατε, παρακαλώ;»
«Θα ήθελα ένα ζευγάρι μαύρα παπούτσια, σαν εκείνα στη βιτρίνα»
«Βεβαίως. Τι νούμερο φοράτε; Για να δω… Σαράντα ένα;»
«Όχι, θέλω τριάντα εννιά, παρακαλώ» «Συγγνώμη κύριε. Πάνε είκοσι χρόνια που κάνω αυτή τη δουλειά. Το νούμερό σας είναι μάλλον σαράντα ή σαράντα ένα».
«Ό,τι και να λέτε, εγώ θέλω το τριάντα εννιά». Ο πωλητής έκπληκτος, αλλά συμβιβασμένος του φέρνει τα παπούτσια. Ο πελάτης με μορφασμούς πόνου τα φοράει και κάνει μερικά βήματα πάνω στο χαλί, με μεγάλη δυσκολία.
«Ωραία, θα τα πάρω, και μάλιστα θα τα φορέσω τώρα».
Ο πελάτης βγαίνει από το κατάστημα και περπατάει ως τη δουλειά του. Είναι υπάλληλος τραπέζης. Στις τέσσερις το απόγευμα, ύστερα από έξι ώρες και βάλε όρθιος μέσα σ’ εκείνα τα παπούτσια, το πρόσωπό του είναι παραμορφωμένο, τα μάτια του κατακόκκινα και τα δάκρυα τρέχουν ποτάμι από τα μάτια του. Ο συνάδελφος στο διπλανό ταμείο τον παρακολουθεί όλο το απόγευμα και ανησυχεί. «Μα τι έχεις; Δεν αισθάνεσαι καλά;»
«Μην ανησυχείς, είναι τα παπούτσια. Με σφίγγουν»
«Γιατί; Βράχηκαν;»
«Όχι, είναι δύο νούμερα μικρότερα από αυτά που φοράω»
«Δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σε πονάνε τα πόδια σου;»
«Με έχουν πεθάνει στον πόνο»
«Ε, τότε;»
«Θα σου εξηγήσω» λέει, ξεροκαταπίνοντας.
«Εγώ στη ζωή μου δεν έχω μεγάλες απολαύσεις. Στην πραγματικότητα, τον τελευταίο καιρό οι ευχάριστες στιγμές μου είναι ελάχιστες».
«Και λοιπόν;»
«Με αυτά τα παπούτσια υποφέρω. Πονάω φρικτά, είναι αλήθεια… Όμως, σε λίγες ώρες, όταν θα φτάσω σπίτι μου και θα τα βγάλω… φαντάζεσαι τι ηδονή θα νιώσω; Απόλαυση, αδερφέ μου, απόλαυση!»
Σε γενικές γραμμές αυτή είναι η αγωγή που παίρνουμε στην εκπαίδευσή μας. Μπορεί η ιστορία να παρουσιάζει τα πράγματα κάπως ακραία, ωστόσο αξίζει τον κόπο να δοκιμάσεις σαν να ήταν κοστούμι – για να δεις αν σου πάει –την παρακάτω άποψη: «Δεν υπάρχει τίποτα αληθινά πολύτιμο που μπορεί να αποκτηθεί με το στανιό. Το ζόρι κράτα το για τη δυσκοιλιότητα».

Χόρχε Μπουκάι, «Να σου πω μια ιστορία»

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2011

Αυτοφυλακές...

"Και ξαφνικά, ακούστηκε το κουδούνι.
-Είσαι εκεί;, άκουσα. Είναι ώρα!
-Τώρα, έρχομαι, απάντησα μηχανικά.
-Είναι ήδη αργά. Άνοιξε την πόρτα.
Απήυδησα.
Σκέφτηκα να πάρω το σφυρί και να το κάνω...
Με λίγη τύχη θα μπορούσα, με ένα μόνο χτύπημα, να τελειώνω με το ασταμάτητο μαρτύριο.
Θα ήταν θαυμάσιο. Όχι άλλοι έλεγχοι, όχι άλλη βιασύνη, όχι άλλη φυλακή!
Αργά ή γρήγορα, όλοι θα μάθαιναν τι έκανα... Αργά ή γρήγορα, κάποιος θα έβρισκε το θάρρος να με μιμηθεί...
Και μετά ίσως άλλος. Κι άλλος. Και πολλοί άλλοι θα έπαιρναν κουράγιο.
Μια αλυσιδωτή αντίδραση που θα επέτρεπε να τελειώνουμε μια για πάντα με την καταπίεση.
Να απαλλαγούμε οριστικά απ'αυτά.
Να απαλλαγούμε απ'αυτά σε όλες τους τις μορφές.
Σύντομα συνειδητοποίησα ότι το όνειρό μου ήταν ανέφικτο.
Η σκλαβιά μας μοιάζει να είναι, την ίδια στιγμή, και η μόνη μας επιλογή.
Εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε τις φυλακές μας, και τώρα χωρίς αυτές, η κοινωνία δε θα υπήρχε.
Είμαι αναγκασμένος να το παραδεχτώ...
Δε θα ξέραμε να ζήσουμε χωρίς ρολόγια!"

"Επανάσταση", από το βιβλίο του Χ.Μπουκάι "Ιστορίες να σκεφτείς".

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2011

Το τρένο της σοφίας...

Η σοφία δεν έχει καμία αντιστοιχία με τις γνώσεις ενός ανθρώπου. Στην πραγματικότητα, σοφία είναι όλα εκείνα που μένουν από τις γνώσεις κάποιου, όταν ο ίδιος αποποιείται όλα αυτά που έχει μάθει.
Ξεκινάμε από ένα σταθμό που ονομάζεται άγνοια.
Είναι ο σταθμός, στον οποίο μένουν όλοι εκείνοι που ούτε καν γνωρίζουν ότι δεν γνωρίζουν και, επομένως, δεν έχουν καμία ανάγκη να μάθουν.
Αν κάποιος αποφασίσει ν' ανέβει στο τρένο, είναι επειδή κάποιος του έχει απλώσει το χέρι. Αν ανέβει στο τρένο, και ακολουθήσει το σωστό δρόμο, θα φτάσει στον τόπο των ερευνητών.
Αν το κάνει καλά και δεν χάσει το δρόμο του θα φτάσει στον επόμενο σταθμό. Τον σταθμό των δασκάλων. Κάποιοι από τους δασκάλους αποφασίζουν να διδάξουν, ενώ ορισμένοι θέλουν να μείνουν μόνοι με τις γνώσεις τους. Αν ένας δάσκαλος ζήσει πολλά πράγματα για πολλά χρόνια, ίσως καταφέρει να ανέβει ξανά στο τρένο για να φτάσει στον σταθμό της σοφίας, που είναι ο τελευταίος. Είναι ο τόπος όπου ζούν όλοι αυτοί που ούτε καν γνωρίζουν ότι γνωρίζουν.
Είναι αστείο, αλλά αν ρωτήσεις έναν πραγματικά σοφό, θα σου απαντήσει "δεν γνωρίζω αν γνωρίζω", όπως ακριβώς θα σου απαντούσε ένας αδαής.
Ίσως γι' αυτό σε αυτή την κοινωνία που ζούμε θεωρούμε αδαείς κάποιους σοφούς και κάποιους αδαείς τους θεωρούμε σοφούς.

Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Απόλαυσε το κάθε βήμα...

«Υπάρχουν άνθρωποι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους, προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς και αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν το χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δεν θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος να ζεις αξίζει τον κόπο…».

Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2011

Συντομία...

«Γεννήθηκα σήμερα το ξημέρωμα έζησα την παιδική μου ηλικία το πρωί και γύρω στο μεσημέρι έμπαινα ήδη στην εφηβεία μου. Και δεν είναι ότι τρόμαξα που ο χρόνος περνάει τόσο βιαστικά. Μόνο με ανησυχεί λίγο να σκέφτομαι ότι ίσως αύριο να είμαι πολύ γέρος για να κάνω όλα όσα άφησα σε εκκρεμότητα. Δεν μπορω να καταλάβω αυτη την εμμονή με την αλλάγη του χρόνου κλπ κλπ...O μόνος Χρόνος που υπάρχει είναι το παρόν. Και Χαμογελά σ'όλους αυτούς που αντιστεκόμενοι στους μικρούς καθημερινούς θανάτους μένουν πρόσφυγες εντός,αγκαλιάζοντας τρυφερά όλες τις συνέπειες της ανυπακοής τους. Και Σέβεται όλους όσους διασχίζοντας το μαύρο δάσος της ματαιότητας,ματώνουν τη σιωπή τους ώσπου να φτάσουν στο ξέφωτο της αλήθειας τους.
Πέρα απο χώρο και χρόνο,πάντα ο Δυνατός δεν είναι αυτός που χτυπάει αλλά αυτός που δέχεται αναίτια το χτύπημα και πονάει. Αυτός ο πόνος της ψυχής είναι που δημιουργεί πρόσωπο κόντρα σε κάθε προσωπείο.»

Χόρχε Μπουκάι

Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2011

Τα βατράχια...

Μια φορά δύο βατραχάκια έπεσαν σε ένα βάζο με αφρόγαλο.
Αμέσως κατάλαβαν ότι βούλιαζαν. Ήταν αδύνατο να κολυμπήσουν ή να επιπλεύσουν για πολύ μέσα σ' εκείνη την πηχτή μάζα που έμοιαζε με κινούμενη άμμο. Στην αρχή, τα βατραχάκια χτυπούσαν με μανία τα πόδια τους για να φτάσουν στην άκρη του δοχείου. Όμως ήταν ανώφελο. Απλώς πλατσούριζαν στο ίδιο σημείο και βυθίζονταν περισσότερο. Ένιωθαν ότι γινόταν όλο και πιο δυσκολότερο ν' ανέβουν στην επιφάνεια και ν' αναπνεύσουν.
Το ένα φώναξε: "Δεν μπορώ άλλο. Είναι αδύνατον να βγείς από εδώ. Σ' αυτό το υλικό δεν μπορείς να κολυμπήσεις. Αφού θα πεθάνω, δεν βλέπω γιατί πρέπει να παρατείνω το βάσανό μου. Τι νόημα έχει να πεθάνεις εξαντλημένος από μια στείρα προσπάθεια;"
Μόλις το είπε αυτό, έπαψε να χτυπάει τα πόδια του και βυθίστηκε αμέσως. Το κατάπιε κυριολεκτικά το πηχτό άσπρο υγρό.
Το άλλο βατραχάκι, πιο επίμονο και ίσως πιο πεισματάρικο, σκέφτηκε: "Δεν υπάρχει τρόπος να κουνηθείς μέσα σ' αυτό το πράγμα. Ωστόσο παρόλο που ο θάνατος πλησιάζει, προτιμώ να παλέψω ως την τελευταία μου πνοή. Δεν θέλω να πεθάνω ούτε δευτερόλεπτο πριν την ώρα μου."
Συνέχισε να προσπαθεί και να πλατσουρίζει στο ίδιο σημείο, δίχως να προχωρεί ούτε εκατοστό, ώρες και ώρες.
Και ξαφνικά, τόσο που χτυπούσε τα πόδια του, το αφρόγαλο έπηξε και έγινε βούτυρο.
Έκπληκτο, το βατραχάκι πήδηξε και πατινάροντας έφτασε στην άκρη του δοχείου. Και γύρισε στο σπίτι του κουάζοντας χαρούμενο...

Χόρχε Μπουκάι: Να σου πω μια ιστορία

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 27 Μαΐου 2011

Ο ψαράς και η χαμένη ευκαιρία...

Ένας ψαράς κατεβαίνει κάθε νύχτα στην παραλία για να ρίξει τα δίχτυα του. Ξέρει πως όταν βγαίνει ο ήλιος έρχονται τα ψάρια στην παραλία για να φάνε αχιβάδες, γι΄αυτό πάντα ρίχνει τα δίχτυα του πριν ξημερώσει.
Έχει ένα καλυβάκι στην παραλία και κατεβαίνει μες τη νύχτα με τα δίχτυα στον ώμο. Με τα πόδια γυμνά και τα δίχτυα μισοαπλωμένα, μπαίνει στη θάλασσα.
Αυτή τη νύχτα, για την οποία μας μιλάει η ιστορία, όπως πάει να μπει στο νερό, αισθάνεται το πόδι του να χτυπάει πάνω σε κάτι πολύ σκληρό στον πάτο της θάλασσας. Το πασπατεύει και βλέπει πως είναι πράγματι κάτι σκληρό, σαν πέτρες, τυλιγμένες σε μια σακούλα.
Εκνευρίζεται και μουρμουρίζει : ¨Ποιός ηλίθιος πετάει τέτοια πράγματα στην παραλία…” Και αμέσως διορθώνει : “Στη δική μου παραλία.
“Κι εγώ, έτσι απρόσεκτος που είμαι, κάθε φορά που θα μπαίνω στο νερό, θα σκοντάφτω πάνω στις πέτρες….” Αφήνει λοιπόν κάτω τα δίχτυα, σκύβει, πιάνει τη σακούλα και τη βγάζει από το νερό. Την αφήνει στην ακροθαλασσιά, και ξαναμπαίνει με τα δίχτυα στο νερό. Είναι θεοσκότεινα…΄Ισως γι΄αυτό, όπως βγαίνει πάλι από τη θάλασσα, πάλι σκοντάφτει πάνω στη σακκούλα που είναι τώρα έξω, στην παραλία.
Ο ψαράς σκέφτεται:”Δεν είμαι στα καλά μου”. Βγάζει λοιπόν το σουγιά του, ανοίγει τη σακούλα και ψαχουλεύει. Έχει κάμποσες πέτρες, μεγάλες σαν πορτοκάλια, βαριές και στρογγυλεμένες. Ο ψαράς ξανασκέφτεται “μα ποιός είναι αυτός ο ηλίθιος που τυλίγει πέτρες και τις πετάει στο νερό…” Ενστικτωδώς, παίρνει μία, τη ζυγίζει στο χέρι του και την πετάει στη θάλασσα.
Μόλις λίγα δευτερόλεπτα μετά ακούει τον θόρυβο της πέτρας που βουλιάζει στα βαθιά. Πλουπ!
Βάζει το χέρι του στη σακούλα, παίρνει άλλη μια πέτρα και την πετάει στο νερό. Ακούει ξανά το πλουπ!
Αυτή την πετάει από την άλλη μεριά, πλαφ! Μετά, αρχίζει να τις εκσφενδονίζει δύο δύο και ακούει πλουπ -πλουπ! Ύστερα προσπαθεί να τις ρίξει πιο μακριά, και με γυρισμένη την πλάτη, και με όλη του τη δύναμη, πλουπ – πλαφ!….
Διασκεδάζει…ακούει τους διαφορετικούς ήχους, πετάει πέτρες, υπολογίζει το χρόνο που κάνουν να πέσουν στο νερό, και δοκιμάζει…πότε με δύο, πότε με μία, και με κλειστά μάτια τώρα, και με τρεις μαζί…και συνεχίζει να πετάει τις πέτρες στη θάλασσα.
Μέχρι που αρχίζει να βγαίνει ο ήλιος.
Ο ψαράς ψαχουλεύει και βρίσκει μονάχα μία πέτρα μέσα στη σακούλα.
Ετοιμάζεται λοιπόν να την πετάξει πιο μακριά από τις άλλες, γιατί είναι η τελευταία κι εχει ήδη βγει ο ήλιος.
Και όπως τεντώνει το χέρι του προς τα πίσω για να την πετάξει με όλη του τη δύναμη, αρχίζει να φωτίζει ο ήλιος και βλέπει στην πέτρα μια χρυσαφένια μεταλλική λάμψη που του τραβάει την προσοχή.
Ο ψαράς συγκρατεί την παρόρμηση να πετάξει την πέτρα και την κοιτάζει προσεκτικά. Η πέτρα αντανακλά τον ήλιο μέσα από τη βρομιά που την καλύπτει. Την τρίβει ο ψαράς λες κι είναι μήλο πάνω στα ρούχα του, και η πέτρα αρχίζει να λάμπει ακόμη πιο πολύ. Έκπληκτος, τη χτυπάει ελαφρά και αντιλαμβάνεται ότι είναι από μέταλλο. Αρχίζει τότε να την τρίβει και να την καθαρίζει με άμμο και με το πουκάμισό του, και συνειδητοποιεί πως η πέτρα είναι από καθαρό χρυσάφι. Μια πέτρα από ατόφιο χρυσάφι σε μέγεθος πορτοκαλιού! Η χαρά του σβήνει, όμως, μόλις σκέφτεται ότι η πέτρα αυτή είναι σίγουρα ίδια με όλες τις άλλες που πέταξε στη θάλασσα.
Και σκέφτεται: “Τι χαζός που ήμουνα!
Είχε στα χέρια του μια σακούλα γεμάτη πέτρες από χρυσό και τις πετούσε στη θάλασσα γιατί του άρεσε να ακούει τον ηλίθιο θόρυβο που έκαναν όταν έπεφταν στο νερό…Αρχίζει τότε να οδύρεται, να κλαίει και να θρηνεί…να λυπάται για τις χαμένες πέτρες…Και να σκέφτεται πως είναι άτυχος, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος…είναι τρελλός, είναι ηλίθιος…
Μετά σκέφτεται…Αν έμπαινε στη θάλασσα, αν κατάφερνε να βρει μια στολή δύτη και βούταγε στα βαθιά, αν ήταν μέρα, αν είχε τον εξοπλισμό που έχουν οι δύτες για να ψάξει…Κι όλο κλαίει γοερά και οδύρεται….
Ο ήλιος έχει πια ανατείλει.
Και ξαφνικά συνειδητοποιεί πως έχει ακόμη την πέτρα…συνειδητοποιεί πως ο ήλιος θα μπορούσε να είχε αργήσει ένα δευτερόλεπτο ακόμη, ή εκείνος θα μπορούσε να είχε ρίξει την πέτρα πιο γρήγορα, και τότε δεν θα είχε μάθει ποτέ για τον θησαυρό που έχει τώρα στα χέρια του.
Αντιλαμβάνεται τελικά ότι κατέχει έναν θησαυρό, κι ότι ο θησαυρός αυτός είναι από μόνος του μια τεράστια περιουσία για έναν φτωχό ψαρά όπως εκείνος.
Αντιλαμβάνεται πόσο τυχερός είναι που μπορεί να κρατήσει τον θησαυρό που έχει ακόμα στα χέρια του.
*****************************************************************************************************************************************************************
Μακάρι να μπορούσαμε να είμαστε πάντοτε τόσο σοφοί ώστε να μην κλαίμε για τις πέτρες, τις ευκαιρίες, που απροετοίμαστοι ίσως τις πετάξαμε, τις χαραμίσαμε, τα πράγματα εκείνα που έφερε η θάλασσα και τα πήρε μετά…Μακάρι να είμαστε έτοιμοι να δούμε τη λάμψη στις πέτρες που έχουμε στα χέρια μας, και να μπορούμε να τις χαιρόμαστε για την υπόλοιπη ζωή μας.

Απόσπασμα από το βιβλίο του Χόρχε Μπουκάϊ Ο Δρόμος των Δακρύων Φύλλα Πορείας ΙΙΙ

Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 24 Μαΐου 2011

Η άμαξα...

Ένα πρωινό ακούω μια γνώριμη φωνή να μου λέει: «Βγες έξω στο δρόμο, υπάρχει ένα δώρο για σένα».
Καταχαρούμενος, βγαίνω έξω και βλέπω το δώρο μου. Μια πανέμορφη άμαξα μπροστά στην πόρτα μου, από λουστραρισμένο ξύλο καρυδιάς, με μπρούντζινα χερούλια και φανάρια από λευκή πορσελάνη. Όλα εξαιρετικής ποιότητας, πολύ κομψά, πολύ «chic». Ανοίγω την πορτούλα και μπαίνω στην άμαξα. Το μεγάλο ημικυκλικό κάθισμα με επένδυση από μπορντό βελούδο και τα κουρτινάκια από λευκή δαντέλα, δίνουν στην καμπίνα μια νότα βασιλικής μεγαλοπρέπειας. Έχω την αίσθηση —αντιλαμβάνομαι απ' αυτά που βλέπω—, ότι σχεδιάστηκε αποκλειστικά για μένα. Έχει υπολογιστεί η απόσταση για τα πόδια, το μέγεθος του καθίσματος, το ύψος της οροφής... Όλα είναι πάρα πολύ άνετα κι έχει χώρο μόνο για μένα. Από τα παράθυρα βλέπω «το τοπίο»: δεξιά το σπίτι μου, αριστερά το σπίτι του γείτονά μου...
Μουρμουρίζω: «Απίθανο δώρο! Αχ, τι ωραία!...» και κάθομαι λίγο να απολαύσω αυτήν την ωραία αίσθηση. Στο λεπτό, αρχίζω να βαριέμαι. Η θέα από το παράθυρο είναι πάντα η ίδια. Αναρωτιέμαι: «Πόσον καιρό μπορεί κανείς να βλέπει τα ίδια πράγματα;»
Και καταλήγω ότι το δώρο που μου έκαναν είναι τελείως άχρηστο. Ενώ εκφράζω το παράπονό μου μεγαλοφώνως, περνάει ο γείτονάς μου και μου λέει, σαν να διαβάζει τη σκέψη μου. «Δε νομίζεις ότι κάτι λείπει απ' αυτήν την άμαξα;»
Με απορία (τι να λείπει άραγε;) κοιτάζω τα χαλιά και την ταπετσαρία. «Λείπουν τα άλογα» μου λέει πριν προλάβω να τον ρωτήσω. Γι' αυτό βλέπω όλο τα ίδια —σκέφτομαι—, γι' αυτό νιώθω να βαριέμαι ... «Καλά λες» απαντάω.
Οπότε, πάω στο στάβλο του σταθμού, ζεύω στην άμαξα δύο άλογα κι ανεβαίνω πάλι επάνω. Από μέσα, φωνάζω: «Ίααα!»
Και ξεκινάμε... Η θέα τώρα είναι υπέροχη, καταπληκτική, το τοπίο που αλλάζει είναι μια διαρκής έκπληξη. Ωστόσο, σε λίγο νιώθω την άμαξα να τραντάζεται και βλέπω ένα ράγισμα στο πλάι. Φταίνε τα άλογα, που με πάνε από κακοτράχαλους δρόμους. Πέφτουν σε λακκούβες, σκαρφαλώνουν ανηφοριές, με οδηγούν σε γειτονιές περίεργες κι επικίνδυνες. Αντιλαμβάνομαι ότι εγώ δεν έχω κανέναν έλεγχο. Τα άλογα με πάνε όπου θέλουν. Στην αρχή ήταν ωραία, τώρα όμως αισθάνομαι ότι το πράγμα έχει γίνει πολύ επικίνδυνο. Αρχίζω να φοβάμαι, αλλά ούτε αυτό μου προσφέρει κάτι. Εκείνη τη στιγμή, περνάει από δίπλα μου ο γείτονας με το αυτοκίνητό του.
Του βάζω τις φωνές: «Ανάθεμά σε! Τι μου 'κανες!».
Κι εκείνος μου φωνάζει: «Χρειάζεσαι αμαξά!»
«Άαα!» κάνω εγώ.
Με μεγάλη δυσκολία, με τη βοήθεια του γείτονα, συγκρατώ τα άλογα και αποφασίζω να προσλάβω αμαξά. Λίγες μέρες μετά, αναλαμβάνει καθήκοντα. Ένας άνθρωπος πολύ τυπικός, προσεκτικός, με σοβαρή όψη, που φαίνεται να ξέρει καλά τη δουλειά του. Τώρα, μάλιστα. Είμαι έτοιμος να απολαύσω πραγματικά το δώρο μου. Ανεβαίνω στην άμαξα, τακτοποιούμαι στην καμπίνα, βγάζω το κεφάλι και λέω στον αμαξά πού θέλω να πάω. Αυτός οδηγεί, αυτός ελέγχει την κατάσταση, αυτός αποφασίζει για τη σωστή ταχύτητα και επιλέγει την καλύτερη διαδρομή.
Εγώ... Εγώ, απλώς, απολαμβάνω το ταξίδι.

και η εκδοχή του Jorge Bucay ...
Αυτή η μικρή αλληγορία θα μας βοηθήσει να κατανοήσουμε την ολιστική αντίληψη για τον άνθρωπο. Όταν ήρθαμε στον κόσμο, βγήκαμε από το «σπίτι» μας και βρήκαμε μπροστά μας ένα δώρο: το σώμα μας. Μια άμαξα που σχεδιάστηκε ειδικά για τον καθένα από μας. Ένα όχημα ικανό να προσαρμόζεται στις αλλαγές που φέρνει ο χρόνος, αλλά και να παραμένει απαράλλαχτο σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού.
Λίγο μετά τη γέννηση, το σώμα μας κατέγραψε μια επιθυμία, μια ανάγκη, μια ενστικτώδη απαίτηση, και κινήθηκε. Η άμαξα αυτή —το σώμα—, δεν θα είχε καμία χρησιμότητα χωρίς άλογα. Τα άλογα είναι οι επιθυμίες, οι ανάγκες, οι ενορμήσεις και τα συναισθήματα. Για ένα διάστημα, όλα πάνε καλά. Κάποια στιγμή, όμως, συνειδητοποιούμε πως οι επιθυμίες αυτές μας οδηγούν σε δρόμους κάπως τολμηρούς — και καμιά φορά επικίνδυνους. Χρειάζεται, λοιπόν, να βάλουμε φρένο στις επιθυμίες μας. Τότε εμφανίζεται ο ρόλος του αμαξά: το μυαλό, η διάνοιά μας, η ικανότητά μας για λογική σκέψη. Ο αμαξάς θα διαχειριστεί όσο καλύτερα γίνεται το πέρασμά μας από αυτή τη ζωή. Πρέπει να ξέρουμε ότι ο καθένας από μας είναι, τουλάχιστον, οι τρεις αυτές προσωπικότητες που συνεργάζονται...
Εσύ θα φροντίσεις να υπάρχει αρμονία ανάμεσα σ' αυτά τα τρία μέρη και να μην παραμελήσεις κανέναν από αυτούς τους τρεις πρωταγωνιστές.
Μην αφήσεις το κορμί σου να το παρασύρουν μόνο οι ορμές, τα συναισθήματα ή τα πάθη σου. Θα είναι φοβερά επικίνδυνο και μπορεί να αποβεί εις βάρος σου. Μ' άλλα λόγια, χρειάζεσαι το μυαλό για να βάλεις κάποια τάξη στη ζωή σου.
Ο αμαξάς χρειάζεται για να καθορίζει τον δρόμο, την πορεία. Τα άλογα είναι, όμως, αυτά που πραγματικά οδηγούν την άμαξα. Μην επιτρέψεις στον αμαξά να τα παραμελεί. Έχουν ανάγκη από τροφή και προστασία, γιατί... τι θα έκανες χωρίς άλογα; Τι θα ήσουν αν είχες μόνο σώμα και μυαλό; Πώς θα ήταν η ζωή σου αν δεν είχες καμία επιθυμία; Θα ζούσες όπως αυτοί που περνάνε από τον κόσμο χωρίς να έχουν επαφή με τα συναισθήματά τους, αφήνοντας μόνο το μυαλό τους να οδηγεί την άμαξα.
Φυσικά, ούτε την άμαξα μπορείς να παραμελήσεις, γιατί πρέπει να κρατήσει για όλο το ταξίδι. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να την επισκευάζεις, να τη φροντίζεις, να τη λουστράρεις, να κάνεις δηλαδή ό,τι απαιτείται για τη συντήρησή της. Αν δεν την προσέχει κανείς, η άμαξα χαλάει, κι άμα χαλάσει η άμαξα, τελειώνει το ταξίδι.
Όταν λοιπόν είμαι σε θέση να τα ενσωματώσω όλα αυτά, όταν ξέρω ότι είμαι το σώμα μου, ο πονοκέφαλος και η πείνα μου, το κέφι, οι επιθυμίες και τα ένστικτά μου... ότι είμαι ακόμη οι στοχασμοί, ο νους που σκέφτεται και οι εμπειρίες μου... τότε είμαι έτοιμος να πορευτώ, με τα κατάλληλα εφόδια, τον δρόμο που σήμερα επιλέγω για μένα.

Πηγή: http://anthropinessxeseis.blogspot.com/

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Η αγάπη για τον εαυτό μας...

Μια παλιά ιστορία λέει πως ήταν κάποτε ένας τύπος, όχι και πολύ έξυπνος, που όλο έχανε τα πράγματά του. Μια μέρα του λέει κάποιος.
“Αυτό που πρέπει να κάνεις, για να μην χάνεις τα πράγματά σου είναι να σημειώνεις που τα βάζεις”.
Εκείνο το βράδυ, πριν κοιμηθεί, παίρνει χαρτί και μολύβι και λέει μέσα του: “Λοιπόν, για να μη χάσω τα πράγματά μου…”
Βγάζει το πουκάμισό του, το κρεμάει στην κρεμάστρα, και μετά παίρνει το μολύβι και σημειώνει: ”το πουκάμισο στην κρεμάστρα”.
Βγάζει το παντελόνι, το αφήνει στα πόδια του κρεβατιού και σημειώνει : ”το παντελόνι στα πόδια του κρεβατιού”.
Βγάζει τα παπούτσια του και σημειώνει: ”τα παπούτσια κάτω από το κρεβάτι”.
Βγάζει τις κάλτσες και σημειώνει: ”οι κάλτσες μέσα στα παπούτσια κάτω από το κρεβάτι”.
Το άλλο πρωί σηκώνεται, ψάχνει τις κάλτσες εκεί όπου είχε σημειώσει ότι τις άφησε και τις φοράει. Βρίσκει τα παπούτσια εκεί που είχε σημειώσει και τα φοράει. Κάνει το ίδιο με το παντελόνι και το πουκάμισο. Και ξαφνικά, αναρωτιέται:
“Κι εγώ που είμαι;”
Κοιτάζει τη λίστα από πάνω μέχρι κάτω, ξανά και ξανά, και, αφού δεν ήταν πουθενά σημειωμένο, δεν μπόρεσε ποτέ να ξαναβρεί τον εαυτό του….
Είναι φορές που μοιάζουμε μ’ αυτόν τον ηλίθιο τύπο. Ξέρουμε που βρίσκεται κάθε πράγμα και κάθε άτομο που αγαπάμε, αλλά πολλές φορές δεν ξέρουμε που βρισκόμαστε εμείς. Σαν να ξεχάσαμε τη θέση μας στον κόσμο. Μπορούμε πολύ γρήγορα να εντοπίσουμε τη θέση των άλλων, τη θέση που έχουν οι άλλοι στη ζωή μας, και καμιά φορά μπορούμε να προσδιορίσουμε ακόμα και τη θέση που κατέχουμε εμείς στη ζωή των άλλων. Έχουμε, όμως, ξεχάσει ποιά θέση έχουμε εμείς στη δική μας ζωή.
Αν είναι κάποιος που οφείλει να είναι δίπλα μου συνεχώς, αυτός είμαι εγώ. Και για να μπορώ να είμαι στο πλευρό μου πρέπει να ξεκινήσω από την αποδοχή του εαυτού μου όπως είναι. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αποδέχομαι τις αλλαγές στο πέρασμα του χρόνου. Σημαίνει ότι επανατοποθετώ το θέμα σε άλλη βάση, αλλάζω στάση. Γιατί, απέναντι σε κάποιο χαρακτηριστικό μου που δεν μου αρέσει υπάρχουν πάντα δύο δρόμοι για ν΄αντιμετωπίσω το πρόβλημα.
Ο πρώτος, ο πιο συνηθισμένος, είναι η κλασική λύση: να προσπαθήσω να αλλάξω.
Ο δεύτερος δρόμος, αυτός που προτείνω, είναι να πάψω να απεχθάνομαι το χαρακτηριστικό αυτό, και σαν μοναδική αντίδραση να επιτρέψω την κατάσταση αυτή ν’ αλλάξει από μόνη της.
Ακόμα και για να αλλάξει κάτι, ο δρόμος πραγματικά ξεκινάει από το σημείο που εγώ παύω ν’ αντιστέκομαι!!!

Πηγή: http://mybellavista.wordpress.com/

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2010

Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να κάνει πράγματα με τον άλλον...

Όταν παίρνει κανείς την απόφαση να κάνει πράγματα με τον άλλον – πράγματα σημαντικά, όπως το να κάνει έρωτα, ή καθόλου σημαντικά, όπως μια βόλτα στην παραλία, ή ίσως τόσο σημαντικά όσο το να πηγαίνει μια βόλτα στην παραλία, ή όχι τόσο σημαντικά, όπως το να κάνει έρωτα, τότε οφείλει να συνειδητοποιήσει ότι αυτές είναι εκούσιες αποφάσεις.
Αποφάσεις που πήρε κανείς για να είναι δίπλα σε κάποιον, όχι όμως «για» τον άλλον, αλλά «με» τον άλλον.
Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε πως η σχέση μας με τον κόσμο, με τους άλλους, με τον διπλανό μας, στην πραγματικότητα σημαίνει ότι κάνουμε πράγματα «με τον άλλον» είναι αυτόνομο και εξαρτάται μόνο από την ελεύθερη απόφασή μας να κάνουμε κάτι τέτοιο.
Δεν κάνω κάτι για σένα, γι’ αυτό δεν μου χρωστάς τίποτα.
Δεν κάνεις κάτι για μένα, γι’ αυτό δεν σου χρωστάω τίποτα.
Σε τελική ανάλυση, κάνουμε κάτι μαζί.
Και είμαστε πολύ χαρούμενοι γι’ αυτό.
Θα είναι μια καινούργια πρόκληση για εμάς, να μάθουμε να περπατάμε μαζί. Αυτή είναι η πρόκληση που έχουμε μπροστά μας.
Οπότε, δεν θα μείνω εξαρτημένη από σένα και δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να εξαρτάσαι από μένα.
Δεν θα φτάσω στο σημείο να προσπαθήσω να σε κάνω να με «φοβάσαι».
Θα γυρίσω την πλάτη στην ανάγκη να σε κάνω να με μισήσεις.
Θα αφήσω στην μπάντα τη στάση του θύματος, για να μη νοιώσεις ποτέ οίκτο για μένα.
Και δεν θα προσπαθήσω να σε κάνω να μ’ έχεις ανάγκη.
Θα συμβιβαστώ μόνο με το αν με θέλεις ή δεν με θέλεις.
Και, εν πάση περιπτώσει, αν δεν μ’ αγαπάς εσύ, μην ανησυχείς για μένα, όλο και κάποιος θα υπάρχει ικανός να μ’ αγαπήσει…..
Πρέπει να δούμε τι σημαίνει πραγματικά «επαναστατώ» και τι σημαίνει «δεν υπακούω».
Πρέπει να ξέρουμε που έγκειται η παράβαση, σε ότι κάνουμε και σε ότι αποφασίζουμε.
Στο κάτω κάτω, είμαι ελεύθερη να τηρώ τους κανόνες ξέροντας ότι μπορώ να τους παραβιάσω, πράγμα που δίνει αξία στο γεγονός ότι τους σέβομαι, το ίδιο κι εσύ.
Πρέπει να είμαστε πάντοτε πιστοί στους κανονισμούς, τους κανόνες, τα έθιμα;
Και αν ναι, σε ποιούς κανόνες;
Τους δικούς σου;
Τους δικούς μου;
Της πλειοψηφίας;
Θα πρέπει να αξιολογήσουμε τι είναι μια αυτοεξαρτώμενη απόφαση.
Καταρχάς, θα πρέπει να δεχτώ την πρόκληση να είμαι αυτοεξαρτώμενος, οπότε θα δίνω στον εαυτό μου:
Όλο και περισσότερα δικαιώματα να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις.
Όλο και περισσότερους χώρους απελευθερωμένους από οποιαδήποτε επιρροή.
Όλο και μεγαλύτερη αποστασιοποίηση από τη μανία να κρίνω και να χειρίζομαι τον εξωτερικό κόσμο.
Όλο και περισσότερους τόπους υγείας.
Αυτό το περιβάλλον, δεν μπορεί κανείς ούτε να μου το προσφέρει, ούτε να μου το στερήσει.
Θα πρέπει να το δημιουργήσω εγώ ο ίδιος ή να το ανακαλύψω μέσα μου, να πληρώσω πρώτα το τίμημα και να έχω το ψυχικό σθένος ν’ αντέξω τις πληγές, για να βρω μετά το θάρρος να διακηρύξω την απόφασή μου να κατοικήσω εκεί.
Όχι για να πεθάνω υπερασπίζοντάς το, αλλά για να ζήσω εκεί και να το μοιραστώ με όλους.
Αν φτάσουμε στην κορυφή, σίγουρα θα έχουμε βρει μαζί έναν τρόπο να κάνουμε πραγματικότητα αυτό που είναι δυνατόν να συμβεί.

Χόρχε Μπουκάι
Πηγή: http://mybellavista.wordpress.com/

Διαβάστε περισσότερα...
 
back to top