Μια από τις ιστορίες του Λέων Τολστόι, είναι μικρή ιστορία αυτή έχει τον τίτλο «Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;» Η ιστορία μιλάει για έναν αγρότη, τον Παχόμ που ο ίδιος απόκτησε περιουσία και τα υπάρχοντα του τα πολλά, άναψαν μέσα του μια επιθυμία να αποκτήσει όλο και πιο πολλά."Η τύχη το έφερε και συνάντησε ο Παχόμ έναν άλλο αγρότη που ήρθε από πάνω από τον Βόλγα και επίσης έναν πλανόδιο έμπορο που ταξίδευε από μέρος σε μέρος. Από αυτούς, λοιπόν, ο Παχόμ έμαθε για απέραντες εκτάσεις γης που μπορούσε να τις αποκτήσει καθένας για «ένα κομμάτι ψωμί» όπως λέμε, από κάποιους που έμεναν πολύ μακριά, και ήταν νομάδες, είχαν ζώα και μετακινούνταν από μέρος σε μέρος. Αυτούς τους έλεγαν «Μπασκίρς.»
Μια και δυο λοιπόν ο Παχόμ ξεκίνησε, ταξίδεψε και έφτασε σε εκείνη την μακρινή γη. Το έδαφος ήταν παρθένο και απαλό σαν την παλάμη του ανθρώπου και μαύρη όπως ο σπόρος της παπαρούνας, και το χορτάρι έφτανε ψηλά ως το στήθος.
«Και ποια είναι η τιμή;» ρώτησε ο Παχόμ.
«Η τιμή μας είναι πάντοτε η ίδια: χίλια ρούβλια την ημέρα» του απάντησαν
Ο Πaχόμ δεν καταλάβαινε.
«Την ημέρα; Τι είδους τιμή είναι αυτή; Πόση έκταση είναι αυτό;»
«Δεν ξέρουμε να το υπολογίσουμε» είπε ο αρχηγός τους.
«Το πουλάμε με την ημέρα. Όσο μπορείς να περπατήσεις σε μια μέρα, όσο σε πηγαίνουν τα πόδια σου και αντέχεις για μια μέρα να πηγαίνεις, είναι δικό σου, και η τιμή είναι πάντα χίλια ρούβλια.»
Ο Παχόμ έχασε τη μιλιά του από την έκπληξη.
«Ναι,» είπε, «αλλά σε μια μέρα μπορώ να προλάβω να περπατήσω και να καλύψω ένα τεράστιο μέρος από γη.»
Ο αρχηγός τους γέλασε.
«Θα είναι όλο δικό σου!» του είπε. «Αλλά υπάρχει ένας όρος. Θα πρέπει την ίδια μέρα να επιστρέψεις στο μέρος από το οποίο ξεκίνησες. Αν δεν επιστρέψεις στο μέρος από όπου ξεκίνησες, τα λεφτά σου είναι χαμένα».
Εκείνο το βράδυ ο Παχόμ δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όμως πριν χαράξει αποκοιμήθηκε και άρχισε να ονειρεύεται. Ονειρευόταν πως ήταν σε μια δικιά του σκηνή και πως άκουσε να γελούν απ’ έξω. Τόλμησε και βγήκε έξω και είδε τον αρχηγό των Μπασκίρς να κάθεται έξω από την σκηνή και να κρατά την κοιλιά του από τα γέλια και να κυλίεται γύρω-γύρω γελώντας. Καθώς πλησίασε πιο κοντά κατάλαβε πως δεν ήταν ο αρχηγός των Μπασκίρ αλλά εκείνος ο πλανόδιος έμπορος που είχε συναντήσει στην δική του γη, και σαν είδε ακόμη πιο καλά κατάλαβε πως ήταν ο αγρότης που είχε βρει, που είχε έρθει πάνω από τον Βόλγα. Αλλά τελικά δεν ήταν ούτε αυτός, ήταν ο διάβολος ο ίδιος με κέρατα και πόδια ζώου, με οπλές που τα κτυπούσε κάτω ελαφρά. Μπροστά από τον διάβολο ήταν ξαπλωμένος ένας ξυπόλυτος άνδρας που φορούσε μόνο παντελόνι και πουκάμισο.
Και καθώς ονειρευόταν ο Παχόμ, πήγε πιο κοντά να δει τι άνθρωπος ήταν αυτός, και διαπίστωσε πως ήταν νεκρός και πως ήταν… ο εαυτός του!
Τρομοκρατημένος ο Παχόμ πετάχτηκε επάνω. «Τι μπορεί να ονειρεύεται ο άνθρωπος!» σκέφτηκε.
Ο Παχόμ έφτασε στην πεδιάδα εκείνη που είχαν συμφωνήσει καθώς ο ουρανός άρχιζε να κοκκινίζει. Έβαλε τα χίλια ρούβλια στο γούνινο καπέλο του αρχηγού που το είχε βάλει στο χώμα, και ξεκίνησε. Το βήμα του δεν ήταν ούτε αργό, ούτε γρήγορο. Όσο όμως περπατούσε στην γη έκανε πιο μεγάλα βήματα γιατί η γη σε κάθε βήμα που έκανε φαίνονταν και πιο ωραία. Μάλιστα σε μια προσπάθεια να συμπεριλάβει μέσα ένα πολύ ωραίο λιβάδι, πήγε πολύ μακριά πριν να βάλει το σημάδι που είχε μαζί του, και να αρχίσει να γυρίζει πίσω. Έτσι κύλησε η μέρα και τώρα βιαζόταν και περπατούσε πραγματικά γρήγορα κάτω από τον καυτό ήλιο που όμως είχε αρχίσει να δύει.
Κατακουρασμένος αφού έκανε κύκλο τέτοια μεγάλη έκταση ο Παχόμ γύριζε πίσω στο λοφάκι από όπου είχε ξεκινήσει περπατώντας με δυσκολία, σέρνοντας τα πόδια του. Το στήθος του ανεβοκατέβαινε σαν των παλιών σιδεράδων το φυσερό, η καρδιά του χτυπούσε σαν σφυρί, τα πόδια του άρχιζαν σιγά-σιγά να τον εγκαταλείπουν. Σε λίγο έβλεπε ο Παχόμ τον λόφο και τους Μπασκίρς να του φωνάζουν.
Και ο Τολστόι κλείνει την ιστορία:
«Ο Παχόμ κοίταξε τον ήλιο που είχε αγγίξει την γη. Η μια πλευρά του είχε ήδη χαθεί. Με όση δύναμη του απέμενε βιάστηκε τόσο πολύ που έγερνε το κορμί του μπρος τα εμπρός ίσα-ίσα που τα πόδια του ακολουθούσαν ώστε να μην πέσει. Με το που άγγιξε τον λοφίσκο ξαφνικά σκοτείνιασε. Κοίταξε ψηλά, ο ήλιος είχε ήδη δύσει! Φώναξε με αγωνία: «όλος μου ο κόπος πήγε χαμένος,» και ενώ σκεφτόταν να σταματήσει άκουσε τους Μπασκίρς να του φωνάζουν και θυμήθηκε πως αν και για αυτόν που ήταν χαμηλά ο ήλιος είχε δύσει, για αυτούς όμως που ήταν στην κορυφή ο ήλιος ακόμη φαινόταν. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, ανέβηκε πάνω στον λόφο. Εκεί ήταν ακόμη φως. Και καθώς έφτασε στην κορυφή είδε τον σκούφο. Δίπλα από αυτόν καθόταν ο αρχηγός γελώντας και έχοντας τα χέρια στη μέση του. Πάλι ο Παχόμ θυμήθηκε το όνειρό του και έβγαλε μια κραυγή. Τα πόδια του τον εγκατέλειψαν, έπεσε μπροστά και άρπαξε το καπέλο (με τα ρούβλια) στα χέρια του…-πέθανε από την υπερβολική προσπάθεια.
Ο υπηρέτης του σήκωσε μια αξίνα και έσκαψε ένα λάκκο μακρύ αρκετά για να χωράει τον Παχόμ και τον έθαψε εκεί. Έξι πόδια, όσο από το κεφάλι στις πατούσες του, τόσο του έλειπε για να φτάσει στον στόχο του.»
"Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;" Mια ιστορία με μεγάλη δύναμη και παγκόσμια απήχηση γιατί η πλεονεξία, η απληστία είναι αρρώστια που μολύνει την ψυχή όλης της ανθρωπότητας.
Όλοι βέβαια απορρίπτουν την πλεονεξία και την απληστία. Αλλά η πραγματικότητα είναι πως κάθε μέρα κάποιος κήρυκας, ή ιερέας κάπου θα κάνει την κηδεία κάποιου που ξόδεψε την ζωή του, θυσίασε τα πάντα, ακόμη και την οικογένειά του για να φτάσει στην κορυφή του λόφου του Παχόμ, για να αποκτήσει όλο και πιο πολλά.
Λέων Τολστόι
Παρασκευή 6 Σεπτεμβρίου 2013
Πόση γη χρειάζεται ένας άνθρωπος;;;
Τρίτη 13 Αυγούστου 2013
Ο κύκλος του 99...
-Ποιο είναι το μυστικό σου?
-Ποιο μυστικό Μεγαλειότατε?
-Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις. Ποιό είναι το μυστικό της χαράς σου. Λέγε γρήγορα.
-Μα...δεν υπάρχει μυστικό Μεγαλειότατε.
-Πως τολμάς να λες ψέμματα σ´εμένα. Έχω κόψει κεφάλια για πολύ μικρότερες προσβολές, από ένα ψέμα.
-Πιστέψτε με Μεγαλειότατε, σας παρακαλώ, δεν σας κρύβω τίποτα. Δεν υπάρχει κανένα μυστικό. -Και πως τα καταφέρνεις βρε ανόητε και είσαι όλη την μέρα τόσο κεφάτος? Σε έχω παρακολουθήσει, σε βλέπω. Ολο χαχαχού και αστεία είσαι.
-Μα Μεγαλειότατε, η ζωή ήταν τόσο γενναιόδωρη μαζί μου. Η Λαμπροσύνη σας με τιμά και με έχει στην υπηρεσία της. Με την γυναίκα μου και τα παιδιά μου μένουμε σ´ένα ωραίο σπίτι που μας παραχώρησε το παλάτι. Μας προσφέρετε ρούχα και τροφή για όλους μας, δωρεάν εκπαίδευση στα παιδιά μου, επί πλέον δε, η Μεγαλειότητα σας μου πληρώνει και ένα μικρό μηνιαίο επίδομα, που ικανοποιεί τις μικροεπιθυμίες μας. Πως να μην είμαι ευτυχισμένος?
-Άκου, ηλίθιες δικαιολογίες εχω χορτάσει από τους συμβούλους μου. Αν δεν μου πεις το μυστικό της χαράς σου, η υπομονή μου θα εξαντληθεί και μαζί της και το κεφάλι στους ώμους σου. Είναι αδύνατον να είναι κάποιος ευτυχισμένος με αυτά που μου παρέθεσες.
-Μα Βασιλιά μου σας παρακαλώ πιστέψτε με. Δεν σας κρύβω κάτι. Πως θα μπορούσα άλλωστε. Δεν υπάρχει μυστικό.
-Χάσου από μπροστά μου ηλίθιε, πριν φωνάξω το δήμιο. Γελοίε. Καραγκιόζη. Ο υπηρέτης χαμογέλασε, έκανε μια βαθειά υπόκλιση, και βγήκε από το δωμάτιο. Τον βασιλιά όμως, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Του φαινόταν τόσο παράλογο ο βαλές του να είναι τόσο ευτυχισμένος, ζώντας σε δανεικό σπίτι, τρώγοντας από τα περισσεύματα των αυλικών, φορώντας ρούχα από δεύτερο χέρι. Αφού κατάφερε κάπως να ηρεμήσει, φώναξε τον πιο σοφό σύμβουλό του και του διηγήθηκε την συζήτηση και την απορία του.
-Πες μου γέροντα, γιατί ο άνθρωπος αυτός είναι ευτυχισμένος?
-Α, Μεγαλειότατε, επειδή προφανώς βρίσκεται έξω από τον κύκλο.
-Έξω από που?
-Μα από τον κύκλο.
-Γι' αυτό είναι ευτυχισμένος?
-Όχι μεγαλειότατε, γι αυτό δεν είναι δυστυχισμένος.
-Δεν καταλαβαίνω γέροντα. Δηλαδή όποιος είναι στον κύκλο είναι δυστυχής? Εγώ είμαι δυστυχής διότι είμαι μέσα στον κύκλο?
-Ακριβώς βασιλιά μου.
-Και πως βγήκε?
-Δεν μπήκε ποτέ.
-Βάλθηκες να με τρελλάνεις κι εσύ γέροντα. Τι στην οργή κύκλος είναι αυτός και γιατί μας προκαλεί θλίψη?
-Είναι ο κύκλος του ενενήντα εννέα.
-Και πως λειτουργεί αυτός ο διαολόκυκλος?
-Μεγαλειότατε είναι δύσκολο να σας τον εξηγήσω με λόγια, μπορώ όμως να σας τον δείξω στην πράξη.
-Δηλαδή τι θα κάνεις?
-Αν μου επιτρέψετε θα βάλω τον υπηρέτη σας στον κύκλο.
-Πως δηλαδή, θα τον σπρώξεις? είπε ο βασιλιάς κοροιδευτικά.
-Δεν θα χρειαστεί βασιλιά μου. Αν βρει την ευκαιρία θα μπει μόνος του.
-Και καλά, όταν μπεί δεν θα δει ότι αυτό τον έκανε δυστυχισμένο, ώστε να βγεί κατ´ευθείαν?
-Θα το αντιληφθεί, αλλά δεν θα θέλει να φύγει.
-Δηλαδή μου λες ότι θα καταλάβει πως αν μπει στον κύκλο θα δυστυχήσει, αλλά παρ´όλα αυτά θα μπεί οικιοθελώς και δεν πρόκειται να ξαναβγεί?
-Ακριβώς Μεγαλειότατε. Κανένας δεν θέλει να βγεί από τον κύκλο του ενενήντα εννέα. Οσο και αν τον κάνει δυστυχισμένο. Θα μάθεις λοιπόν πως λειτουργεί ο κύκλος, αλλά εσύ θα χάσεις έναν εξαίρετο υπηρέτη και το παλάτι έναν χαρούμενο άνθρωπο.
-Δεν με νοιάζει. Τι πρέπει να κάνουμε? Πότε ξεκινάμε?
-Σήμερα το βράδυ βασιλιά μου. Θα περάσω να σε πάρω. Θα έχεις ετοιμάσει ένα σακί με ενενήνταεννέα φλουριά. Ούτε ένα περισσότερο, ούτε ένα λιγότερο.
Πράγματι, την νύχτα ο σοφός πέρασε να πάρει τον βασιλιά. Πήγαν μαζί στο σπιτάκι του υπηρέτη, στην άκρη της αυλής του παλατιού, κρύφτηκαν και περίμεναν να ξημερώσει. Μόλις αχνοφέγγισε και άναψε στο δωμάτιο ένα κερί, ο σοφός έβαλε στο σακούλι ένα μύνημα που έλεγε: Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟΣ ΣΟΥ. ΕΙΝΑΙ ΒΡΑΒΕΙΟ ΕΠΕΙΔΗ ΕΙΣΑΙ ΞΕΧΩΡΙΣΤΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ. ΑΠΟΛΑΥΣΕ ΤΟΝ. ΜΗΝ ΠΕΙΣ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ ΠΩΣ ΤΟΝ ΒΡΗΚΕΣ. Έδεσε το σακί στην πόρτα του υπηρέτη, χτύπησε δυό φορές και έτρεξε να ξανακρυφτεί. Οταν υπηρέτης βγήκε ξαφνιασμένος, ο βασιλιάς παρακολουθούσε πίσω από έναν θάμνο. Τον είδε να διαβάζει το μύνημα και να ανοίγει το πουγγί. Είδε την έκπληξη στο πρόσωπό του, το αρχικό φόβο, την καχύποπτη, ερευνητική ματιά μήπως ήταν κανένας τριγύρω. Τον είδε να σφίγγει το πουγκί στην αγκαλιά του, να ανοίγει το πουκάμισο και να το βάζει στο στήθος του, να χώνεται γρήγορα σπίτι του. Μόλις άκουσαν την κλειδαριά να διπλοαμπαρώνει, ο βασιλιάς με τον σοφό πλησίασαν στο παράθυρο για να κατακοπεύσουν. Ο υπηρέτης είχε ρίξει στο πάτωμα τα πιατικά που ήσαν στο τραπέζι, αφήνοντας μόνο το κερί. Καθισμένος σε μια καρέκλα άδειαζε το περιεχόμενο.Τα μάτια ήταν γουρλωμένα, κόντευαν να βγουν έξω από τις κόγχες. Ηταν φανερό δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Ενα βουνό από χρυσά φλουριά. Ενας θησαυρός. Ολος δικός του. Αυτός που δεν είχε ποτέ ως τώρα στην ζωή ακουμπήσει έστω ένα χρυσό φλουρί, τώρα είχε ένα μικρό βουνό από αυτά. Δικά του.Αρχισε να τα χαζεύει και να τα κάνει στίβες. Τα κοίταζε πως άστραφταν στο φως του κεριού και χαζογελούσε. Τα συγκέντρωνε, τα σκόρπιζε για να ακούει το κουδούνισμά τους. Και όλο χαμογελούσε. Παίζοντας άρχισε να τοποθετεί σε στίβες των δέκα. Μια δεκάδα, δύο δεκάδες, τρείς, τέσσερις, πεντε, έξι...Ταυτόχρονα έκανε και το άθροισμα. Πενήντα, εξήντα, εβδομήντα, ογδόντα, ενενήντα, εκατ...που είναι το τελευταίο? Ξαναμετρά μία μία τις στίβες να βρεί το λάθος, τίποτα. Τα στήνει σε κολώνες, την μία δίπλα στην άλλη, μήπως κάποια προεξέχει...Τίποτα. Η τελευταία κολώνα ελλειματική. Μόνο εννέα φλουριά. Κοιτάζει ερευνητικά το τραπέζι, σηκώνει το κερί, γυρίζει το μέσα έξω στο σακκούλι...Τίποτα. Γονατίζει και αρχίζει να ψάχνει στο πάτωμα.Δεν μπορεί τα φλουριά ΕΠΡΕΠΕ να είναι εκατό.
-Δεν είναι δυνατόν, μονολογούσε όσο έψαχνε. Κάπου πρέπει να μου έπεσε...κάπου πρέπει να είναι. Με λήστεψαν! Αλήτες! Κερατάδες! Με κλέψανε! Γονατισμένος κοιτούσε πάνω στο τραπέζι, έβλεπε τις κολώνες με τα φλουριά και αισθανόταν πως κάτι του είχε διαφύγει. Δεν μπορεί, κάπου έκανε λάθος. Αδύνατον η μία κολώνα να είναι κουτσή. Αλλά το φλουρί που έλειπε, πουθενά. Τελικά σαν να το πήρε απόφαση. Ενενηντα εννέα φλουριά, είναι πολλά λεφτά...συλλογίστηκε. Μπορώ να ζήσω την υπόλοιπη ζωή σαν άρχοντας...συνέχισε. Αλλά δεν είναι στρογγυλός αριθμός, ρε γαμώτο. Το εκατό, μάλιστα, είναι στρογγυλός αριθμός. Τώρα μου λείπει ένα. Ο βασιλιάς και ο σοφός σύμβουλος κοιτούσαν από το παράθυρο. Το πρόσωπο του υπηρέτη δεν ήταν το ίδιο. Ηταν σκεπτικός, σκυθρωπός με χείλη στενά, τραβηγμένα. Με μάτια μισόκλειστα έξυνε το κεφάλι του.Κάτι σκεπτόταν. Μάζεψε τα φλουριά στο σακκούλι και κοιτάζοντας καχύποπτα ολόγυρα, το έκρυψε προσεκτικά, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε πίσω από ένα σωρό καυσόξυλα. Υστερα πήρε χαρτί και μολύβι και κάθισε να κάνει λογαριασμούς. Πόσο καιρό πρέπει να κάνω οικονομίες, ώστε να αποκτήσω και το εκατοστό φλουρί? Ο υπηρέτης μιλούσε μόνος, παραμιλούσε ασυναίσθητα. Θα βρώ και δεύτερη δουλειά, θα δουλέψω σκληρά για ένα διάστημα, μέχρι να το κερδίσω. Μετά όμως μεγάλε...άραγμα. Ναι, με εκατό φλουριά, μπορεί ένας άνθρωπος να μην δουλεύει. Μπορεί να ζει δίχως σκοτούρες. Είσαι πλούσιος! Είσαι άρχοντας! Δεν υπάρχει λόγος να δουλεύεις. αγόρι μου! Τελείωσε τους υπολογισμούς του. Αν δούλευε σκληρά κι έβαζε στην άκρη όλο το μηνιάτικο του και ότι έξτρα χρήματα έπαιρνε, σε πέντε το πολύ έξι χρόνια θα μπορούσε να αγοράσει ένα χρυσό φλουρί. -Έξι χρόνια είναι πάρα πολλά, μονολόγησε. Θα μπορούσα όμως να βάλω και την γυναίκα μου να δουλέψει. Κάποια δουλειά θα βρεί να κάνει στην πολιτεία. Θα μπορούσε να καθαρίζει σπίτια. Αλλά κι εγώ, πέντε η ώρα τελειώνω από το παλάτι. Μπορώ να κάνω το βοηθό σε κανένα μάστορα, δυό τρεις ώρες μέχρι να νυχτώσει. Ξαναπιάνει το μολύβι και αρχίζει πάλι τους υπολογισμούς. Με την έξτρα δουλειά τη δική του και την συνεισφορά της γυναίκας του θα μάζευε τα χρήματα για το φλουρί σε τρία χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι πολύς, πολύς καιρός. Ισως θα μπορούσαμε να κάνουμε και κάποιες οικονομίες. Να πουλήσουμε ας πούμε λίγο από το φαγητό. Ετσι κι αλλιώς το πολύ φαί, κακό κάνει. Ασε που μια και είναι τζάμπα, τό´χουμε παρακάνει. Και τα χειμωνιάτικα παπούτσια. Τι χρειάζονται? Μπαίνει η Ανοιξη. Ερχονται ζέστες. Και τα επανωφόρια μπορώ να το πουλήσω. Να πουλήσω...Να πουλήσω...Πρέπει να γίνουν θυσίες. Αλλωστε θα πιάσουν τόπο. Σε δυό χρονάκια το πολύ θα αγοράσουμε το φλουρί που μας λείπει και μετά...ποιός μας πιάνει μετά. Θα είμαστε πλούσιοι. Οτι μας γιαλίζει θα το αγοράζουμε. Αυτό είναι. Δύο χρόνια στο τούνελ και μετά... Ο βασιλιάς και ο σύμβουλος γύρισαν στο παλάτι. Ο υπηρέτης είχε μπεί στον κύκλο του ενενηντα εννέα. Τους μήνες που ακολούθησαν, ο υπηρέτης έβαλε σε εφαρμογή τα σχέδια που είχε αποφασίσει εκείνο το πρωινό. Δούλευε πολύ, κουραζόταν, κακοκοιμόταν, αλλά επέμενε στην απόφασή του. Ενα πρωινό, μπήκε με το πρωινό στο δωμάτιο του βασιλιά, αργός, κακόκεφος, αμίλητος, όπως συνήθιζε τελευταία.
-Μα καλά, τί έπαθες εσύ, ρωτά τάχα ανήξερος ο βασιλιάς.
-Μια χαρά είμαι Μεγαλειότατε. Θέλετε τίποτε άλλο?
-Μέρες έχω να σ´ακούσω να τραγουδάς. Σου συμβαίνει κάτι?
-Αν δεν κάνω λάθος, η δουλειά μου είναι σας σερβίρω και να σας βοηθώ να ντυθείτε. Δεν κάνω τη δουλειά μου? Την κάνω και μάλιστα άψογα, συνέχισε. Δεν με προσλάβατε για γελωτοποιό ούτε για τραγουδιστή.
Μετά από μερικούς μήνες, ο βασιλιάς έδιωξε τον υπηρέτη από το παλάτι. Δεν είναι ευχάριστο να περιβάλλεσαι από κακόκεφους, μουρτζούφληδες υπαλλήλους.
ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑ ΣΑΣ...
Από το βιβλίο του Αργεντίνου ψυχοθεραπευτή Jorge Bucay, «Να σου πω μια Ιστορία»
Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011
Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011
Ψαρεύοντας την απληστία...
Hooked from DreamVision Animation on Vimeo.
Δεν ξέρω αν τα ψάρια είναι έξυπνα ή χαζά, αλλά οι άνθρωποι είναι σίγουρα άπληστοι. Το βίντεο με τίτλο Hooked (αγκιστρωμένο) της DreamVision Animation τα λέει όλα.
Πηγή:http://www.goldenmag.gr Διαβάστε περισσότερα...
Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011
Ο John Law και η απληστία μας...
Γεννήθηκε σε μια πλούσια οικογένεια τραπεζιτών στο Εδιμβούργο της Σκοτίας το 1671. Από μικρός είχε δύο μεγάλες αγάπες: τα μαθηματικά και τις γυναίκες. Για το πρώτο οι δάσκαλοί του έμεναν έκπληκτοι από την ευφυΐα του. Ενώ όσον αφορά τις γυναίκες, η οικιακή τους βοηθός τον μάθαινε (στα κρυφά) για τους τρόπους συμπεριφοράς και αποπλάνησης στα αριστοκρατικά σαλόνια. Δεν πίστευε στο Θεό και αυτό ήταν πάλι κάτι πρωτότυπο γι' αυτό το παιδί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι τότε όλοι πίστευαν και σέβονταν τη θέληση του Θεού. Ακόμα και όταν ο πατέρας του εγχειρίστηκε, εκείνος δεν περίμενε από το Θεό να τον γιατρέψει και αποδέχτηκε ότι βάσει στατιστικών πιθανοτήτων θα πέθαινε. Έτσι και έγινε. Μετά το θάνατο του πατέρα του κληρονόμησε όλη την οικογενειακή περιουσία έφυγε από την Σκοτία και πήγε στο Λονδίνο.
Η ζωή του δεν ήταν πια η ίδια. Έπαιζε χαρτιά και έχασε όλη την περιουσία του στο τζόγο. Σκότωσε για μια γυναίκα, σε μονομαχία έναν Άγγλο και έτσι εκδιώχτηκε από την Αγγλία ως δολοφόνος. Το μυαλό του όμως είχε γίνει πιο κοφτερό. Αποζητούσε τρόπους να βγάλει χρήματα. Θεωρούσε ανοησία να μετριέται το χρήμα με χρυσά τάλιρα, ενώ θα μπορούσε να τυπωθεί στο χαρτί.
Κανείς όμως δεν τον έπαιρνε στα σοβαρά. Στην προσπάθειά του αυτή, γνώρισε πολύ κόσμο με επιρροή σε σημαντικές θέσεις των κρατών της Ευρώπης, αλλά κανείς δεν τον εμπιστευόταν, ώστε να υλοποιήσει την ιδέα του. Οι γυναίκες συνέχιζαν να πέφτουν στην αγκαλιά του, περνούσε καλά με τα λεφτά που έβγαζε από τις μικροαπατεωνιές του, όμως όλα αυτά δεν τον ικανοποιούσαν.
Ώσπου μια μέρα ο Δούκας της Ορλεάνης, τον όποιο γνώρισε στο Παρίσι, του έδωσε γαλλική υπηκοότητα. Όχι μονό αυτό! Το διόρισε ελεγκτή των οικονομικών! Τότε ο John Law πήγε στην Banque Generale και εκεί έκανε το όνειρο του πραγματικότητα. Το Χρήμα τυπώθηκε στο χαρτί, εγκεκριμένα μάλιστα από το κράτος της Γαλλίας. Το χρήμα έρεε άφθονο. Η οικονομία άρχισε να ανθίζει, η φτώχεια άρχισε να εξαλείφεται. Ο John ήταν πια, όχι μόνο ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ευρώπης, αλλά και ο πιο ευτυχισμένος. Το όραμά του έγινε πραγματικότητα. Βρήκε τον τρόπο να πολεμήσει τη φτώχεια.
Όμως η ευτυχία δεν κράτησε για πολύ. Οι άνθρωποι είναι άπληστοι σε οποιαδήποτε κοινωνία ή εποχή κι αν ζουν. Έτσι και τότε, το κράτος άρχισε να πληρώνει τα χρέη μέσω του τυπογραφείου του John με χάρτινα νομίσματα, τεράστια χρέη, και αφού τα πλήρωσε, τότε στην Γαλλία φάνηκε η γύμνια του εικονικού πλούτου. Ο πληθωρισμός είχε αυξηθεί πολύ, οι Γάλλοι έχασαν τις ανέσεις που είχαν συνηθίσει να ζουν, αυτό έφερε πανικό στη γαλλική κοινωνία και με τη σειρά της στην οικονομία της χώρας. Και η κρίση εξαπλώθηκε πολύ σύντομα και σ' όλη την Ευρώπη.
Οι πλούσιοι άρχισαν να χάνουν αρκετές περιουσίες, ενώ οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι. Σήμερα οι εγκυκλοπαίδειες θεωρούν ότι εκείνος ήταν ένας από τους λόγους που ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση το 1789. Προσπάθησε για έναν καλύτερο κόσμο, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι εκτός από τους φτωχούς που θα έφτιαχναν τη ζωή τους, οι πλούσιοι θα προσπαθούσαν να ογκώνουν τις περιουσίες τους. Ήλπιζε μάλλον στο ότι οι άνθρωποι μπορεί να γίνουν όλοι ίσοι, ακόμα και στον πλούτο, αλλά δε σκέφτηκε την απληστία των ανθρώπων και έτσι αυτοεξορίστηκε στην Βενετία.
Συνέχισε να ζει από τα κέρδη που του έφερνε ο τζόγος, ποντάροντας πάντα στις πιθανότητες των φύλλων που είχε ο αντίπαλος. Πέθανε στη Βενετία. Και ο κόσμος δεν ήταν ποτέ ο ίδιος...
Ο Claude Cueni κυκλοφόρησε ένα ιστορικό μυθιστόρημα για τη ζωή του John Law με τίτλο "Το μεγάλο παιχνίδι" και τον χαρακτηρίζει ως "τον τέλειο συνδυασμό του Καζανόβα και του Μπιλ Γκέιτς".
Πηγή: http://www.inath.gr/ Διαβάστε περισσότερα...
Παρασκευή 16 Απριλίου 2010
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2009
Στον αστερισμό της απληστίας...

Έχετε αναρωτηθεί ποια υπήρξε η κινητήρια δύναμη των ανθρώπων στην πορεία τους μέσα στην ιστορία ; Έχετε αναρωτηθεί επίσης ποια είναι διαχρονικά η μεγαλύτερη αδυναμία που κρύβουν μέσα στο DNA τους ; Και για τα δύο αυτά αντιφατικά ερωτήματα , η απάντηση είναι η ίδια. H απληστία ! Όσο και εάν αυτό ακούγεται παράλογα αντιφατικό, αυτή είναι η μήτρα και των δύο. Οι έκπτωτοι απόγονοι της άπληστης Εύας και του επιρρεπούς Αδάμ παραδόθηκαν σ' έναν ανελέητο ανταγωνισμό για να εξασφαλίσουν τη μέγιστη δυνατή πρόσβαση στο φυσικό και τεχνητό πλούτο. Η απληστία τους έγινε η κινητήρια δύναμη της ανθρωπότητας. Μια ακατάπαυστη δημιουργική καταστροφή. Δεν τα κατάφεραν κι άσχημα. Αφού επί χιλιετίες λεηλάτησαν τη Φύση παραβιάζοντας ο ένας τα κτητικά όρια του άλλου, έφτασαν με άλματα στην εποχή του ψηφιακού πλούτου. Η απληστία τους αποτέλεσε κινητήρια δύναμη αυτού που αποκαλούμε πρόοδο. Παίρνοντας βέβαια υπόψη ότι η πρόοδος δεν υπήρξε ποτέ ένα μέγεθος ευθέως ανάλογο με την ανθρώπινη ευτυχία. Βρισκόμαστε μπροστά σ' ένα πραγματικό παράδοξο: ο άνθρωπος, ως το πρώτο -και προς το παρόν το μόνο- σκεπτόμενο ον αποδέχθηκε πρόθυμα αυτήν την ηθική του «αναπηρία», εμφυτευμένη κατά τους βιολόγους στο γενετικό υλικό του από τη διαδικασία της φυσικής επιλογής και κατά τους θεοσοφικούς από την πνοή με την οποία ο Θεός έδωσε ζωή στα πήλινα δημιουργήματά του. Η υπόθεση μυρίζει στημένο παιχνίδι. Και κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει, γιατί οι κορυφαίοι μύθοι απληστίας μόνο καταστροφή επιφυλάσσουν στους πρωταγωνιστές τους. Για τον Αδάμ και την Εύα, την έκπτωση από τον Παράδεισο. Για τον αδελφοκτόνο Κάιν την κόλαση των τύψεων. Για τον Μίδα που πήρε από τον Βάκχο το χάρισμα να μετατρέπει σε χρυσάφι ότι αγγίζει, την απώλεια του μόνου που αγαπούσε περισσότερο από το χρυσάφι, της κόρης του. Για τον Πάρι, που δεν του έφταναν τα πολυάριθμα γυναικεία χαρέμια της Ανατολής, την καταστροφή του έθνους του, «για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη». Για τον Κροίσο, που αψηφούσε τις συμβουλές του Σόλωνα, ένα φλογερό -στην κυριολεξία- τέλος. Γενικώς, η ιστορία, από τα ομηρικά χρόνια μέχρι τις μέρες μας, είναι γεμάτη βολικούς μύθους που επιφυλάσσουν για τους άπληστους μια διδακτική σκληρή τιμωρία. Βλέπετε μέσω αυτών προσπάθησαν οι μεγάλοι προφήτες της θρησκείας, της πολιτικής και της οικονομίας να δώσουν λύση στο μέγα πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής. Όταν το ισοζύγιο πλούτου και φτώχειας έφτανε σε επικίνδυνα επίπεδα, φρόντιζαν να βάλουν ένα όριο στην απληστία, έναν κοινωνικό φραγμό σωτήριο για τον κοινωνικό σχηματισμό . Οι μεγάλοι προφήτες ήταν απ' αυτήν την άποψη ευφυείς μεταρρυθμιστές. Αλλά οι μεταρρυθμιστικές καλές προθέσεις τους προσέκρουαν πάντα σε μιαν αντινομία: κανένας άνθρωπος δεν είναι διατεθειμένος να υποχωρήσει στο ελάχιστο από το ατομικό του δικαίωμα στον πλούτο. Κάπως έτσι σκεφτόμενοι φθάσαμε στην σημερινή οικονομική κρίση. Ουδείς φυσικά ισχυρίζεται ότι το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που κατέρρευσε ήταν σωστό, ηθικό ούτε καν αποτελεσματικό. Οι νεαροί γιάπηδες που νόµισαν ότι χρησιμοποιώντας τα μαθηματικά μοντέλα και έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή θα μπορούσαν να γίνουν κυρίαρχοι των αγορών, προκάλεσαν µια ιστορικών διαστάσεων οικονομική καταστροφή. Η αλήθεια είναι ότι το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την καταστροφή φέρουν οι κεντρικοί τραπεζίτες που πίστεψαν ότι μπορούν να τετραγωνίσουν τον κύκλο της οικονομικής ανάπτυξης, να διαιωνίσουν την ανοδική πορεία των οικονομιών παίζοντας µε τα χαμηλά επιτόκια και τις απανταχού «φούσκες».
Η αλαζονεία των τραπεζιτών και η απληστία των διαχειριστών έφερε την καταιγίδα.
Αλλά δεν είναι μόνο οι νεαροί γιάπηδες και οι τραπεζίτες οι άπληστοι φταίχτες. Το αποκρουστικό μωσαϊκό κοινωνικής αδηφαγίας συμπληρώνεται από όλους εμάς τους απλούς πολίτες . Η απληστία είναι το ελατήριο που αναδημιουργεί τον κόσμο μας, αλλά και τον γκρεμίζει, γιατί δεν έχει όρια.. Ταπεινώνει τις αλήθειες μας, μας ωθεί να αναθεωρήσουμε τις αρνήσεις μας. Ένας φτωχός Έλληνας χωρίς κινητό τηλέφωνο αντιστοιχεί σε έναν Σομαλό χωρίς παπούτσια ή σε έναν Αμερικανό χωρίς iPod. Αλλά ακόμη και ο Σομαλός θα αισθανθεί μεν κάπως καλύτερα όταν αποκτήσει παπούτσια, θα αισθανθεί ακόμη καλύτερα όταν αποκτήσει κινητό, αλλά το αίσθημα της πλησμονής που νομίζει ότι αισθάνεται ο Μπιλ Γκέιτς θα το νιώσει μόνο αν γίνει σαν αυτόν. Πολύ απλά, οι φτωχοί, δεν θέλουν να ανατρέψουν τους πλούσιους. Θέλουν να γίνουν οι ίδιοι πλούσιοι.
Αλλά … είναι αδύνατο να υπάρξει ένας κόσμος με 6,5 δισεκατομμύρια Μπιλ Γκέιτς !
Την απληστία "κάποιων" πληρώνουμε εδώ στη περιοχή μας...

