Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Οι βασιλιάδες είναι γυμνοί στην περιοχή μας...


Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας απατεώνας «αυτοκράτορας» στον οποίο άρεσαν τόσο πολύ οι καινούριες φορεσιές που ξόδευε όλα τα χρήματα του λαού του για να ντύνεται όμορφα. Το μοναδικό του ενδιαφέρον ήταν να πηγαίνει στα θέατρα με την άμαξά του και να επιδεικνύει τα καινούρια του ρούχα. Είχε διαφορετική στολή για κάθε ώρα της μέρας.
Μια μέρα ήρθαν στο βασίλειο δύο απατεώνες. Είπαν ότι ήταν υφαντές και ράφτες, υποστηρίζοντας πως ήξεραν να φτιάχνουν τα καλύτερα ρούχα που μπορούσε να φανταστεί κανείς. Δεν ήταν μόνο υπέροχα τα σχέδια και τα χρώματα που δούλευαν, αλλά υποστήριξαν πως γνώριζαν έναν τρόπο να κατασκευάζουν ένα ύφασμα που είχε την εκπληκτική ιδιότητα να είναι αόρατο σε όποιον ήταν ανεπαρκής ή ηλίθιος.
"Θα ήταν υπέροχο να είχα ρούχα φτιαγμένα από τέτοιο ύφασμα" σκέφτηκε ο αυτοκράτορας. "Έτσι θα γνώριζα ποιοι από τους υπηκόους μου δεν ταιριάζουν στις θέσεις τους και θα ξεχώριζα τους έξυπνους από τους ανόητους".
Έτσι αμέσως έδωσε στους δύο απατεώνες ένα μεγάλο ποσόν για να του υφάνουν τη στολή του.
Έστησαν λοιπόν τους αργαλειούς τους και άρχισαν να προσποιούνται ότι δουλεύουν, αν και δεν υπήρχε τίποτα απολύτως σ' αυτούς. Ζητούσαν το καλύτερο μετάξι και το αγνότερο χρυσάφι, και μόλις τους τα έδιναν αυτοί τα έκρυβαν, συνεχίζοντας να δουλεύουν στον άδειο αργαλειό, ακόμα και αργά τη νύχτα.
Μετά από κάμποσες μέρες ο αυτοκράτορας σκέφτηκε: "Θα στείλω τον πιστό μου πρωθυπουργό στους ράφτες. Είναι ο πιο κατάλληλος για να δει πως πάει η κατασκευή του υφάσματος. Είναι πολύ λογικός και κανείς άλλος δεν αξίζει περισσότερο από αυτόν τη θέση που κατέχει."
Έτσι ο καλός γέρο -πρωθυπουργός, πήγε στην αίθουσα όπου οι δύο απατεώνες δούλευαν στους άδειους τους αργαλειούς. "Κύριε ελέησον!" σκέφτηκε, γουρλώνοντας τα μάτια του. "Δεν βλέπω τίποτα!". Δεν τόλμησε όμως να το παραδεχτεί…
Οι δυο απατεώνες τον κάλεσαν να πλησιάσει, και να τους πει αν η φορεσιά δεν ήταν τέλεια, και αν τα χρώματα δεν ήταν υπέροχα. Του έδειξαν τον άδειο αργαλειό, κι ο καημένος ο πρωθυπουργός, άνοιξε τα μάτια του ακόμα περισσότερο, χωρίς και πάλι να μπορέσει να δει τίποτα. "Θεέ μου, σκέφτηκε, μήπως είμαι ηλίθιος; Ποτέ μου δεν το σκέφτηκα. Μήπως δεν κάνω για τη θέση μου; Κανείς δεν πρέπει να το μάθει αυτό. Όχι, δεν θα πω ποτέ ότι δεν κατάφερα να δω το ύφασμα."
"Δεν λέτε τίποτε…", του είπαν οι ράφτες. "Ω, μα είναι υπέροχη! Τέλεια!", είπε ο πρωθυπουργός, κοιτάζοντας με προσοχή μες απ' τα γυαλιά του. "Τι υπέροχο σχέδιο, τι χρώματα! Μάλιστα, θα πω στον αυτοκράτορα ότι είμαι πολύ ικανοποιημένος μαζί σας!"
Ο Αυτοκράτορας, έστειλε κι άλλους αξιωματούχους να παρακολουθήσουν την πρόοδο των υφαντών. Στην αρχή ξαφνιάζονταν κι αυτοί όταν δεν έβλεπαν τίποτα, όμως όταν γύριζαν πίσω, του ανέφεραν πόσο σπουδαίο ύφασμα ήταν, και τον συμβούλευαν να φορέσει τη νέα στολή του σε κάποια μεγάλη παρέλαση. Όλη η πόλη ζούσε παινεύοντας τα ρούχα!
Όλο το βράδυ, πριν την παρέλαση οι απατεώνες έμειναν ξύπνιοι, "δουλεύοντας" πυρετωδώς. Όλοι μπορούσαν να δουν ότι βιάζονταν να τελειώσουν τα καινούρια ρούχα του αυτοκράτορα. Προσποιούνταν πως έβγαζαν το ύφασμα από τους αργαλειούς τους. Το έκοβαν με μεγάλα ψαλίδια. Το έραβαν με βελόνες που δεν είχαν κλωστή. Τελικά ανακοίνωσαν: "Ορίστε! Τα ρούχα τέλειωσαν!"
Το πρωί ο αυτοκράτορας παρουσιάστηκε με δύο από τους πιο διακεκριμένους του ιππότες. Οι απατεώνες ύψωσαν τα χέρια τους, σαν να κρατούσαν κάτι και είπαν: "Κοιτάξτε αυτό το παντελόνι! Να και το πουκάμισο! Δεν είναι εκπληκτικός αυτός ο χιτώνας; Είναι τόσο αραχνοΰφαντα που θα νομίσετε ότι δεν φοράτε τίποτα. Κι αυτό είναι το σπουδαιότερο!"
"Ναι", είπαν οι ιππότες, αν και δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, αφού δεν υπήρχε τίποτα να δουν…
"Θα μπορούσε η Μεγαλειότητά σας να βγάλει τα ρούχα Της;" είπαν οι απατεώνες. "Στη συνέχεια θα σας φορέσουμε τα καινούρια, μπροστά σ' αυτό το μεγάλο καθρέφτη".
Ο αυτοκράτορας έβγαλε όλα του τα ρούχα και οι απατεώνες προσποιήθηκαν ότι τον έντυναν, ένα - ένα τα καινούρια ρούχα που είχαν φτιάξει. Τέλος ο βασιλιάς κοιτάχτηκε στον καθρέφτη.
"Ναι, είμαι έτοιμος", είπε ο αυτοκράτορας. "Δεν μου πάνε υπέροχα;" Κοίταξε μια φορά ακόμη τον καθρέφτη, διότι έπρεπε να φανεί ότι θαύμαζε τον εαυτό του σε όλο του το μεγαλείο.
Οι αυλάρχες που θα κρατούσαν την ουρά της στολής, ακούμπησαν τα χέρια τους στο πάτωμα σαν να έπιαναν τις άκρες της. Καθώς περπατούσαν, έκαναν πως κρατούσαν την ουρά ψηλά, γιατί δεν έπρεπε να καταλάβει κανείς πως δεν έβλεπαν τίποτα.
Ο αυτοκράτορας προχώρησε κάτω από μια ολοστόλιστη τέντα προς την παρέλαση, και όλοι οι άνθρωποι στα παράθυρα και τους δρόμους έλεγαν: "Θεέ μου, η καινούρια στολή του αυτοκράτορα είναι ασύγκριτη! Τι πανέμορφη ουρά που έχει! Πόσο του ταιριάζει!" Κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί πως δεν έβλεπε τίποτε, γιατί τότε θα έλεγαν ότι δεν έκανε για το πόστο του ή ότι ήταν ηλίθιος.
"Μα αυτός είναι ολόγυμνος!", είπε ένα μικρό παιδί.
"Μα το Θεό, το παιδί έχει δίκιο", είπε ο πατέρας του και ψιθύρισε στο διπλανό του τι είπε ο μικρός.
"Ένα παιδί είπε ότι δεν φοράει τίποτα".
Τελικά όλοι το παραδέχθηκαν: "Δεν φοράει τίποτα!"
Ο αυτοκράτορας ανατρίχιασε, γιατί ήξερε ότι αυτό ήταν αλήθεια, αλλά σκέφτηκε: "Η παρέλαση πρέπει να συνεχιστεί!" Σήκωσε ακόμη περισσότερο το κεφάλι του, κορδώθηκε με περηφάνια και οι αυλικοί του συνέχιζαν να προχωρούν πίσω του, κουβαλώντας μια ουρά που δεν υπήρχε, ζώντας στην ψευδαίσθησή τους...
Ο κόσμος όμως που είχε δει πλέον τον ξεβράκωτο «ηγέτη» άρχισε να τον γιουχάρει και να κοροϊδεύει τον χοντρό πισινό του !!!
Ξεφτίλα φώναξαν όλοι μαζί αναγκάζοντας τον στο τέλος να βρει ένα μέρος να κρυφτεί μακριά από το Βασίλειο του παίρνοντας μαζί του τους υποτακτικούς του...

Πηγή: http://akida-eu.blogspot.com

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Προσβολή δημοσίας αιδούς......

και για την προστασία της δημοσίας αιδούς. ...

Ξεφτίλα φώναξαν όλοι μαζί αναγκάζοντας τον στο τέλος να βρει ένα μέρος να κρυφτεί μακριά από το Βασίλειο του παίρνοντας μαζί του τους υποτακτικούς του...

 
back to top