Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013
Δευτέρα 18 Ιουλίου 2011
Χρηματιστήριο Ρύπων: Το νέο Ελ Ντοράντο...
Πριν λίγες ημέρες ένα νέο προϊόν έκανε πρεμιέρα στο Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο φιλοδοξεί τα επόμενα χρόνια να χτίσει γύρω του μια αγορά δισεκατομμυρίων. Πρόκειται για τις δημοπρασίες δικαιωμάτων εκπομπής ρύπων που ήδη ξεκίνησαν να πραγματοποιούνται μέσω του συστήματος συναλλαγών ΟΑΣΗΣ του ΧΑ.
Η αυλαία άνοιξε για τις δημοπρασίες ρύπων την 30η Ιουνίου οπότε το υπουργείο περιβάλλοντος διέθεσε 1.100.000 δικαιώματα, έναντι σχεδόν 14 εκατ. ευρώ, ενώ είχε προηγηθεί και η ανεπίσημη «πρώτη» της 15ης Ιουνίου, όταν διατέθηκαν μόλις 6.000 δικαιώματα από τα 1.000.000 της αρχικής προσφοράς.
Το υπουργείο, το οποίο συμμετέχει στην εκάστοτε διαπραγμάτευση ως μοναδικός πωλητής, σκοπεύει να διαθέσει μέχρι το τέλος του 2011 συνολικά 10.000.000 δικαιώματα, από τα οποία υπολογίζει ότι θα εισπράξει περίπου 140 εκατ. ευρώ.
Τα έσοδα που προέρχονται από τις δημοπρασίες θα κατανέμονται σε ποσοστό 95% υπέρ του ειδικού λογαριασμού του ΔΕΣΜΗΕ και κατά 5% υπέρ του Πράσινου ταμείου. Συγκεκριμένα το ΥΠΕΚΑ επιδιώκει να συγκεντρώσει το απαραίτητο ποσό για να χρηματοδοτήσει τα ελλείμματα που συσσώρευσε ο ΔΕΣΜΗΕ από τα ποσά που πληρώνει τους παραγωγούς ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και δεν καλύπτονται από το τέλος υπέρ ΑΠΕ.
Οι προοπτικές
Το Χρηματιστήριο Ρύπων γεννήθηκε το 2005 με την ενεργοποίηση του Πρωτοκόλλου του Κιότο. Κατά την πρώτη περίοδο 2005 -2007, αλλά και την επόμενη 2008 – 2012 οι επιχειρήσεις λάμβαναν δωρεάν τα δικαιώματα εκπομπής που τους αναλογούσαν και μπορούσαν να αγοράσουν επιπλέον δικαιώματα αν παρήγαγαν περισσότερους ρύπους από αυτούς που τους αναλογούσαν.
Ωστόσο, από το 2013 το σκηνικό αλλάζει ριζικά. Οι βιομηχανίες παραγωγής ενέργειας όλης της Ευρώπης (με εξαίρεση τις πολύ ρυπογόνες «ΔΕΗ» της Πολωνίας και της Βαλτικής, στις οποίες παρέχεται δωρεάν το 70% των δικαιωμάτων ρύπων) θα πρέπει να αγοράζουν τα δικαιώματα για τους ρύπους που παράγουν. Όλες οι άλλες βιομηχανίες θα λάβουν αρχικά δωρεάν τα δικαιώματάτα τους (όπως συμβαίνει μέχρι σήμερα) και θα αρχίσουν να χρεώνονται σταδιακά μέχρι το 2020.
Έτσι, χώρες και βιομηχανικές εγκαταστάσεις που ρυπαίνουν λιγότερο από τα επιτρεπτά όρια θα πωλούν τα περιθώρια τους σε άλλες, που ξεπερνούν τα όρια των επιτρεπόμενων ρύπων. Αντίστοιχα, οι εταιρείες που εκπέμπουν περισσότερο διοξείδιο του άνθρακα από όσο τους έχει χορηγηθεί δωρεάν πρέπει να αγοράζουν άδειες από εταιρείες που δεν έκαναν χρήση των δικών τους αδειών.
‘Ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας της αγοράς μεγάλες βιομηχανίες, κάνοντας έξυπνες κινήσεις κατάφεραν να αποκομίσουν κέρδη πολλών εκατ. ευρώ. Παραδείγματος χάρη, στα τρία χρόνια της πρώτης φάσης έξι ενεργειακές εταιρείες της Βρετανίας κέρδισαν 1,16 δισ. ευρώ, αφού κατάφεραν να έχουν λιγότερες εκπομπές σε σχέση με τις άδειες που είχαν διανεμηθεί και διέθεσαν το πλεόνασμα σε πολύ καλές τιμές.
«Το γεγονός ότι από το 2013 το σκηνικό αλλάζει, αναμένεται να προκαλέσει κατακόρυφη αύξηση του ενδιαφέροντος από τις επιχειρήσεις, οι οποίες θα πρέπει να μάθουν να αγοράζουν τα δικαιώματά τους», τονίζει χαρακτηριστικά ο μηχανολόγος μηχανικός και ερευνητής Β’ βαθμού του ΕΚΕΤΑ με αντικείμενο την Εμπορία Ρύπων, Διονύσης Γιαννακόπουλος.
«Η νέα αυτή αγορά συγκεντρώνει όλες τις προϋποθέσεις για να αναπτυχθεί σε μέγεθος μετά το άνοιγμά της και να δημιουργήσει χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας σε όλη την Ευρώπη», προσθέτει.
Τα κερδοσκοπικά παιχνίδια και οι επιθέσεις των χάκερς
Εντούτοις, ως μια αγορά που ακόμα αναπτύσεται, το Χρηματιστήριο Ρύπων παρουσιάζει παιδικές ασθένειες, αφήνοντας πρόσφορο το έδαφος για τους κερδοσκόπους, αλλά και τους χάκερ.
Ίσως, το μεγαλύτερο λάθος είναι ότι έχει αποφασιστεί οι συναλλαγές να μη δημοσιοποιούνται, αφού η Ευρώπη δεν θέλει να γίνονται γνωστές οι αγοραπωλησίες, «ώστε να μην παίζονται κερδοσκοπικά παιχνίδια εις βάρος του περιβάλλοντος».
Αυτό όμως έχει ως αποτέλεσμα η αγορά να χαρακτηρίζεται από πλήρη αδιαφάνεια, αφού κανείς δεν γνωρίζει ποιος πουλάει, ποιος αγοράζει, τον όγκο ή το χρονικό σημείο των συναλλαγών. Με τον τρόπο αυτό η Ευρώπη άνοιξε την πόρτα στους κερδοσκόπους τους οποίους ήθελε να αποφύγει.
Χαρακτηριστικά είναι τα όσα αποκάλυψε ο Έλληνας ευρωβουλευτής Θεόδωρος Σκυλακάκης για την υπερκοστολόγηση ρύπων μέχρι και 700%, από άτομα που λειτουργούν ως μεσίτες στην Αγορά Ρύπων. Μόνο το εν λόγω γεγονός στοίχισε στους Ευρωπαίους πολίτες μέχρι και 1,5 δισ. ευρώ.
Όμως το Χρηματιστήριο Ρύπων δεν πλήττεται μόνο από τα πεπραγμένα των κερδοσκόπων. Τον τελευταίο χρόνο έχει γίνει και στόχος χάκερς. Τον Ιανουάριο είχε διακοπεί η λειτουργία του όταν διαπιστώθηκε κλοπή αδειών εκπομπής από τα ηλεκτρονικά αρχεία 14 χωρών, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ύψους 28 εκατ. ευρώ. Οι χάκερ σκόπευαν να µεταπωλήσουν αυτά τα δικαιώµατα και γι’ αυτό η Επιτροπή αποφάσισε να διακοπούν οι συναλλαγές για µία εβδομάδα.
«Το μη χείρον βέλτιστον»
Όπως είναι φυσικό η νέα αγορά προκαλεί και αντιδράσεις, που εκφράζονται κυρίως από οικολογικές οργανώσεις, οι οποίες εκτιμούν ότι το πλαίσιο είναι πολύ χαλαρό και δεν οδηγεί σε δραστική μείωση της εκπομπής ρύπων που είναι και ο λόγος της δημιουργίας του Χρηματιστηρίου Ρύπων.
«Παρέχονται πολλές ευκολίες και απαλλαγές σε ρυπογόνες δραστηριότητες, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ουσιαστικό κίνητρο για μείωση των ρύπων. Η συνέχιση της παροχής δωρεάν δικαιωμάτων και μετά το 2013 είναι απόφαση προς τη λάθος κατεύθυνση», υπογραμμίζει ο Αχιλλέας Πληθάρας, υπεύθυνος εκστρατειών του WWF Ελλάς.
Επίσης, τονίζει ότι ο στόχος για λιγότερους ρύπους κατά 20% μέχρι το 2020, σε σχέση με το 1990, είναι πολύ χαμηλός, αφού μέχρι το 2010 η μείωση έφτανε το 17%. Παράλληλα, προσθέτει, παρατηρείται το φαινόμενο πολλές εταιρείες να αγοράζουν δικαιώματα σε τρίτες χώρες (συνήθως Κίνα), πράξη που εκλαμβάνεται ως μείωση.
Ζητεί, δε, τη θεσμοθέτηση συγκεκριμένων κανόνων για το που κατευθύνονται τα χρήματα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις από τη δημοπράτηση των δικαιωμάτων, καθώς το πλαίσιο είναι αρκετά χαλαρό.
Ωστόσο, αναγνωρίζει ότι αν και το ιδανικό θα ήταν να μπει πλαφόν στις εκπομπές ρύπων για κάθε βιομηχανία, το Χρηματιστήριο Ρύπων ήταν η καλύτερη συμφωνία που θα μπορούσε να επιτευχθεί.
Πηγή: http://voria.gr - Του Φώτη Λώλα Διαβάστε περισσότερα...
Πέμπτη 24 Μαρτίου 2011
Έτσι θα υπολογίζεται το κόστος CO2 στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής...
Το κόστος αυτό θα είναι μια νέα συνιστώσα του μεταβλητού κόστους που δηλώνεται από τις μονάδες. Η μέθοδος είναι κοινή τόσο για το μεταβατικό στάδιο μέχρι το 2012, όσο και από το 2013 οπότε παύουν να υφίστανται δωρεάν δικαιώματα εκπομπών και οι μονάδες θα πληρώνουν για το σύνολο των ρύπων που εκπέμπουν.
Συνοπτικά οι ετήσιες προβλεπόμενες εκπομπές CO2 θα αποτιμώνται σε μηνιαία βάση, πολλαπλασιαζόμενες με κατάλληλο δείκτη που αντανακλά τη δυναμική των τιμών των δικαιωμάτων εκπομπών (μέσω του ευρωπαϊκού μηχανισμού εμπορίας δικαιωμάτων). Το κόστος εκπομπών που θα προκύπτει θα διαιρείται με την προβλεπόμενη ετήσια παραγωγή της μονάδας, καθώς θεωρείται ομοιόμορφο ανά παραγόμενη Μεγαβατώρα για όλα τα επίπεδα ισχύος της συνάρτησης Ειδικής Κατανάλωσης καυσίμου.
Η ΡΑΕ προβλέπει επιπλέον δικλείδες ασφαλείας αλλά και εκ των υστέρων ποινές για τυχόν ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις - προσφορές εκ μέρους των μονάδων.
Διαβάστε την αναλυτική μεθοδολογία υπολογισμού κόστους εκπομπής CO2
Πηγή: energypress.gr Διαβάστε περισσότερα...
Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2011
Ο Έλληνας που πουλάει αέρα...
Κανκούν, Δεκέμβριος 2010
Πιέζουν παρασκηνιακά και ζητούν με κάλεσμα τους από τις κυβερνήσεις των 200 χωρών που λαμβάνουν χώρα στη συνδιάσκεψη να υπογράψουν έγγραφο νομικής δέσμευσης για τη μείωση των παγκόσμιων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου.
Τελικά δεσμευτική συνθήκη δεν υπογράφηκε, ωστόσο ο πόλεμος δεν χάθηκε, καθώς μία ακόμη μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής θα πραγματοποιηθεί στη συνδιάσκεψη του 2011 στο Ντέρμπαν της Νότιας Αφρικής. Ο αγώνας για την αποτροπή της υπερθέρμανσης του πλανήτη έχει γεννήσει μια πολλά υποσχόμενη αγορά αξίας τρισεκατομμυρίων, αυτή της πίστωσης ρύπων (carbon credits) στην οποία επιδιώκει να εισέλθει και ο Παναγιώτης Δρακόπουλος, ο Έλληνας επικεφαλής της ενεργειακής εταιρείας GreenEra.
Βλαβερές εκπομπές
Στο πλαίσιο της καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου τέθηκε σε ισχύ το 2005 το Πρωτόκολλο του Κιότο, σύμφωνα με το οποίο οι βλαβερές εκπομπές του διοξειδίου του άνθρακα (Co2) πρέπει να μειωθούν διεθνώς περίπου 5% κάτω από τα επίπεδα του 1990 μεταξύ 2008-2012.
Η συμφωνία που υπογράφηκε στο Κιότο της Ιαπωνίας το 1997 και ολοκληρώνεται το 2012 προβλέπει ότι η μείωση των αερίων ρύπων μπορεί να γίνει μέσω εμπορίου εκπομπών: Εάν μια χώρα δεν εκπέμψει εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου που να φτάνουν το ανώτατο όριο εκπομπών που της αναλογεί, μπορεί να πουλήσει το αχρησιμοποίητο μέρος των εκπομπών της σε κάποια άλλη χώρα που έχει υπερβεί το επιτρεπτό ανώτατο όριο.
Έτσι δημιουργήθηκαν οι άδειες ή μονάδες άνθρακα (carbon credit), οι οποίες διαπραγματεύονται στα χρηματιστήρια ως εμπορεύματα σε τιμές που καθορίζονται από τον κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης.
Μία μονάδα επιτρέπει την εκπομπή ενός τόνου διοξειδίου του άνθρακα και παρέχεται στις βιομηχανίες δωρεάν. Δεδομένου ότι αφενός σε ετήσια βάση το πλαφόν εκπομπών μειώνεται -άρα και οι carbon credits- και αφετέρου στις εταιρείες που υπερβαίνουν το όριο επιβάλλονται πρόστιμα, οι βιομηχανίες στρέφονται σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας, όπως οι ΑΠΕ.
Οι ρυπογόνες εταιρείες που έχουν στραφεί στην πράσινη ενέργεια διαθέτουν περίσσεια αδειών άνθρακα, τις οποίες πουλούν σε βιομηχανίες που τις έχουν ανάγκη. Στο χρηματιστήριο του Λονδίνου μια carbon credit πωλείται περίπου έναντι 12 ευρώ, ενώ η αξία της αγοράς ρύπων το 2006 διπλασιάστηκε σε σχέση με έναν χρόνο πριν, οπότε ανερχόταν στα 8,5 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μία εξαιρετικά κερδοφόρα «μπίζνα», στην οποία δραστηριοποιούνται πέραν των βιομηχανιών, τράπεζες ως μεσάζοντες, αλλά και εταιρείες που πωλούν μονάδες άνθρακα. Για να εξασφαλίσουν carbon credits οι ρυπογόνες εταιρείες είτε τοποθετούν αντιρρυπαντικά φίλτρα στις ίδιες εγκαταστάσεις ή σε εργοστάσια π.χ. στην Κίνα ή την Ινδία είτε επενδύουν σε ένα δάσος (λόγω της ικανότητας των δέντρων να απορροφούν Co2).
Την τελευταία πρακτική υιοθετεί η GreenEra που έχει αποκτήσει τον έλεγχο περίπου 10 εκατ. στρεμμάτων ζούγκλας στη Βραζιλία, τα οποία υπολογίζεται ότι μπορούν να παράξουν περίπου 500 εκατ. carbon credits, μέγεθος που συνεπάγεται κεφαλαιοποίηση της τάξης των 2,5 δισ. δολαρίων.
«Έχουμε αποκτήσει τη διαχείριση 10 εκατ. στρεμμάτων δάσους στη Βραζιλία σε συνεργασία με τους ντόπιους, οι οποίοι θα εισπράξουν μερίδιο των κερδών από την πώληση μονάδων άνθρακα. Έως ότου ξεκινήσει η διαδικασία παραγωγής και διάθεσης carbon credits θα απαιτηθούν περίπου δύο χρόνια, προκειμένου να ληφθούν οι απαιτούμενες πιστοποιήσεις ότι η GreenEra συντηρεί και προστατεύει το τμήμα δάσους που της ανήκει», σημειώνει ο 38χρονος Παναγιώτης Δρακόπουλος.
Ο κ. Δρακόπουλος ηγείται επίσης της εταιρείας ακινήτων Prime Estates & Developments (PMLT) με έδρα το Σικάγο, η οποία αναζητά ευκαιρίες στο real estate των ΗΠΑ, στα Βαλκάνια και την Ελλάδα, καθώς και σε distressed εταιρείες ακινήτων.
Πριν από λίγες ημέρες η εισηγμένη στο Χρηματιστήριο του OTCBB (over-The Counter Bulletin Board) ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει να διευρύνει το χαρτοφυ-λάκιό της, με την υλοποίηση επενδύσεων σε δάση στο πλαίσιο συνεργασίας με εταιρείες ή ιδιώτες που διαθέτουν δικαιώματα management στις τροπικές ζούγκλες της Βραζιλίας.
Για την υλοποίηση των επενδυτικών σχεδίων απαιτείται χρηματοδότηση της τάξης των 10 εκατ. δολαρίων και γι΄ αυτό ο αμερικανοτραφής επιχειρηματίας σχεδιάζει να διαθέσει περίπου το 40% του μετοχικού κεφαλαίου της Prime Estates & Developments για την απόκτηση πολύτιμης δασικής γης.
Πώς λειτουργεί η αγορά των ρύπων
Ας υποθέσουμε ότι στο γερμανικό εργοστάσιο Α έχει τεθεί όριο εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου 50 χιλιάδων τόνων. Για την εύρυθμη λειτουργία του, όμως, απαιτείται παραγωγή 75.000 τόνων CO2, άρα θα πρέπει είτε να περιορίσει τη δραστηριότητα του είτε να αναζητήσει το πλεόνασμα στις αγορές.
Σε γειτονική βιομηχανική ζώνη το εργοστάσιο Β διαθέτει ετήσιο όριο 100.000 τόνων, έχοντας όμως επενδύσει σε πράσινες υποδομές, έχει καταφέρει να περιορίσει τις εκπομπές στους 60.000 τόνους, επομένως μπορεί να πουλήσει μέρος του πλεονάσματος, εν προκειμένω 25.000 τόνους (που μετατρέπεται σε μονάδες άνθρακα) είτε στην αγορά είτε στο εργοστάσιο Α.
Δεδομένου ότι η μόλυνση του περιβάλλοντος δεν έχει σύνορα, το εργοστάσιο Α μπορεί εξίσου να χρηματοδοτήσει την εγκατάσταση πράσινων συστημάτων ενέργειας σε βιομηχανία π.χ. της Κένυας ή να αγοράσει τμήμα της βραζιλιάνικης ζούγκλας.
Πηγή: http://www.politis-gr.com/ Διαβάστε περισσότερα...
Κυριακή 25 Ιουλίου 2010
Σκάνδαλο ευρω-ρύπανσης με «καπέλο» 500 εκατ. ευρώ...
Οι Eυρωπαίοι πληρώνουν κάθε χρόνο τεράστια ποσά για την καταστροφή ενός αερίου στο όνομα της... περιβαλλοντικής προστασίας
Ένα τεράστιο σκάνδαλο ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ στις πλάτες των Eυρωπαίων πολιτών φαίνεται να εξελίσσεται γύρω από το χρηματιστήριο εμπορίας ρύπων που θεσμοθετήθηκε για να προστατεύσει τον πλανήτη από το φαινόμενο του θερμοκηπίου.
Mε τα «στραβά μάτια» των Bρυξελλών πολλές επιχειρήσεις αλλά και μεσάζοντες κερδοφορούν κερδίζοντας έως και το 100% αυτού που δίνουν για την αγορά δικαιωμάτων ρύπων. Tην ίδια στιγμή οι Eυρωπαίοι καταναλωτές, μεταξύ των οποίων και οι Eλληνες επιβαρύνονται με πάνω από 500 εκατομμύρια ευρώ το χρόνο σε μια Eυρώπη που κατά τα άλλα μαστίζεται από την οικονομική ύφεση. Tο θέμα έφεραν στο φως τρεις σημαντικές ευρωπαϊκές περιβαλλοντικές οργανώσεις (CDM Watch, EIA και Sandbag) και έθεσαν ως ερώτημα στο ευρωπαϊκό κοινοβούλιο και ο Eλληνες ευρωβουλευτής της NΔ Θ. Σκυλακάκης και ο Ολλανδός συνάδελφός του, Gerben - Jean Gerbrandy.
Ακριβά
Σύμφωνα με τα στοιχεία, οι Eυρωπαίοι πληρώνουν κάθε χρόνο πάνω από 500 εκατ. ευρώ για την καταστροφή ενός αερίου του θερμοκηπίου (το HFC-23) που παράγεται μαζικά ως υποπροϊόν της χημικής βιομηχανίας, κυρίως στην Kίνα και την Iνδία, ενώ το πραγματικό κόστος της σχετικής διαδικασίας είναι κάτω από 10 εκατ. ευρώ. Πληρώνουν δηλαδή 70 φορές παραπάνω από το πραγματικό κόστος.
Mάλιστα, αν συνεχιστεί το εμπόριο των δικαιωμάτων του συγκεκριμένου ρύπου τότε οι Eυρωπαίοι θα έχουν πληρώσει έως το 2012, περίπου 6 δισ. ευρώ για υπηρεσίες αξίας μόλις 80 εκατ. ευρώ. Kι όλα αυτά υπό τη βιτρίνα των «περιβαλλοντικών υπηρεσιών» και της «καταπολέμησης του φαινομένου του θερμοκηπίου». Kι αυτό καθώς το συγκεκριμένο αέριο μπορεί να καταστραφεί με κόστος μόλις 0,17 ευρώ ανά τόνο ενώ στο πλαίσιο του διεθνούς εμπορίου με έως 12 ευρώ ανά τόνο. Tο επιπλέον αυτό κόστος οι εταιρείες το μετακυλίουν στην τελική τιμή των προϊόντων που παράγουν και επιβαρύνεται τελικά ο πολίτης-αγοραστής ηλεκτρικού ρεύματος ή βιομηχανικών προϊόντων.
Kι όλα αυτά φαίνεται να γίνονται με την ανοχή της E.E. εδώ και τουλάχιστον τέσσερα χρόνια, επιτρέποντας στις μεγάλες ρυπογόνες βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις παραγωγής ενέργειας να κερδίζουν ουσιαστικά όσα πληρώνουν για να αγοράσουν δικαιώματα ρύπων από τρίτες χώρες όπως προβλέπει το Πρωτόκολλο του Kιότο. Σημειώνεται ότι το χρηματιστήριο των ρύπων με απλά λόγια προβλέπει ότι κάθε χώρα έχει το δικαίωμα να παράγει έως μια συγκεκριμένη ποσότητα ρύπων από τις βιομηχανίες της.
Αγορά
Oι εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε χώρες που η βιομηχανική τους παραγωγή ξεπερνά την ποσότητα αυτή, έχουν το δικαίωμα να αγοράσουν δικαιώματα ρύπων από άλλες χώρες που δεν έχουν ξεπεράσει την ποσότητα αυτή. Tο σκεπτικό είναι να διατηρηθεί ένα ισοζύγιο και σταδιακά να μειώνεται η παραγωγή ρύπων.
Ωστόσο όλο αυτό φαίνεται ότι δίνει το δικαίωμα σε κάποιους να κερδίζουν πολλά σε βάρος των απλών πολιτών. Mάλιστα, πολλές από τις μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες που αγοράζουν φθηνότερα δικαιώματα από το διεθνές σύστημα, το κάνουν για να μπορέσουν να μεταφέρουν τα δικαιώματα που αρχικά τους είχαν παραχωρηθεί δωρεάν (και από τα οποία σήμερα έχουν πλεόνασμα γιατί η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε λόγω της κρίσης), στην περίοδο μετά το 2012 οπότε θα έχουν μεγαλύτερη αξία και να αποκομίσουν έτσι κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Πέρα από το οικονομικό σκάνδαλο, οι τρεις οργανώσεις σημειώνουν ότι υπάρχει και περιβαλλοντική ζημιά καθώς το εν λόγω αέριο είναι υποπροϊόν ενός άλλο ισχυρού αερίου του θερμοκηπίου που επιπλέον καταστρέφει και το όζον, του HFC-22 που χρησιμοποιείται σε ψυγεία και air conditions.
Λόγω λοιπόν των τεράστιων κερδών που συνεπάγεται η πώληση δικαιωμάτων του υποπροϊόντος του, υπάρχει υπερπαραγωγή HFC-22 το οποίο και δεν καταστρέφεται και όπως σημειώνουν οι οργανώσεις, στο μέλλον θα προκαλέσει τόσο αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη όσο και διεύρυνση της τρύπας του όζοντος. Oι οργανώσεις αναφέρουν ότι το θέμα υφίσταται τουλάχιστον από το 2006 όταν αποκαλύφθηκε η υπόθεση μιας εγκατάστασης αποτέφρωσης του HFC-23 σε μια κινεζική πόλη, για το ποσό των 4 εκατ. ευρώ, η οποία θα έφερνε έσοδα με τη μορφή δικαιωμάτων ρύπων αξίας περίπου 400 εκατ. δολαρίων.
Tο κινεζικό κράτος μάλιστα επωφελήθηκε των κερδών αυτών επιβάλλοντας ειδικό τέλος στα κέρδη των επιχειρήσεων που καταστρέφουν HFC-23, από το οποίο έχει ήδη εισπράξει πολλές εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ.
Πηγή: Εφημερίδα Ημερησία-ΤΟΥ ΚΑΣΣΙΑΝΟΥ ΤΖΕΛΗ
Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010
Πλαστά e-συγχωροχάρτια για τη ρύπανση...

Το Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών Ανθρακα της ΕΕ δέχτηκε «εκτεταμένη» επίθεση από απατεώνες του Διαδικτύου που κατάφεραν να υποκλέψουν κωδικούς και να πραγματοποιήσουν παράνομες συναλλαγές, ανακοίνωσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στη λίστα των χωρών που επλήγησαν περισσότερο περιλαμβάνεται και η Ελλάδα.
Οι άγνωστοι απατεώνες εφάρμοσαν την τακτική του «phishing», έστελναν δηλαδή πλαστά email με τα οποία ζητούσαν από τους χρήστες του συστήματος να συνδεθούν σε έναν πλαστό δικτυακό τόπο και να καταχωρήσουν τους κωδικούς πρόσβασης.
Με τους κωδικούς αυτούς οι απατεώνες μπορούσαν να προχωρήσουν σε παράνομες συναλλαγές, για παράδειγμα να κλέψουν πιστοποιητικά εκπομπής άνθρακα.
«Ορισμένες παράνομες συναλλαγές έλαβαν χώρα», ωστόσο το επίσημο μητρώο του συστήματος «δεν παραβιάστηκε», ανακοίνωσε η Κομισιόν.
Όπως αναφέρει το AFP, η επίθεση συνέβη στις 29 Ιανουαρίου. Έγινε αντιληπτή από τις αρχές της Ολλανδίας και της Νορβηγίας, οι οποίες ειδοποίησαν την ΕΕ και αυτή με τη σειρά της προειδοποίησε τις 27 χώρες-μέλη να λάβουν «τα κατάλληλα μέτρα ασφάλειας».
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σκοπεύει τώρα να διενεργήσει έρευνα για την υπόθεση.
Σύμφωνα με τη γερμανική έκδοση των Financial Times, οι χώρες που επλήγησαν περισσότερο ήταν η Γερμανία, το Βέλγιο, η Δανία, η Ολλανδία, η Ισπανία, η Ιταλία και η Ελλάδα. Δεκατρείς χώρες αναγκάστηκαν να κλείσουν προσωρινά τα μητρώα τους.
Το Σύστημα Εμπορίας Ανθρακα λειτουργεί στο πλαίσιο της προσπάθειας για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Οι εταιρείες που μετέχουν στην αγορά άνθρακα λαμβάνουν δωρεάν (προς το παρόν) τα δικαιώματα εκπομπών. Αν δεν τα εξαντλήσουν, μπορούν να πωλούν το υπόλοιπο σε εταιρείες που έχουν υπερβεί τα δικά τους όρια.
Πηγή: Εφημερίδα Το Βήμα
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2008
Κέρδη για το λόμπι των ρυπογόνων βιομηχανιών...

ΜΟΝΟ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΔΕΝ ΩΦΕΛΗΣΕ ΤΟ ΦΙΛΟΔΟΞΟ ΣΧΕΔΙΟ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ ΡΥΠΩΝ
Παρά τις διακηρύξεις, τις συμφωνίες, τα πρωτόκολλα και τις «απειλές» της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι ρύποι που εκλύουν σήμερα οι πιο ενεργοβόρες επιχειρήσεις της Ευρώπης αυξάνονται, αντί να μειώνονται. Και μαζί με τις εκπομπές, αυξάνονται και τα κέρδη τους.
Το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης που, για να περιορίσει τη μόλυνση του περιβάλλοντος, δημιούργησε μια αγορά- ένα είδος Χρηματιστηρίου- στην οποία οι ρυπογόνες εταιρείες (όπως η ΔΕΗ) θα πλήρωναν για να αγοράσουν τα λεγόμενα δικαιώματα ρύπων, σήμερα φαίνεται να έχει αποτύχει πλήρως.
Τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη λειτουργία του, το 2005, το μόνο που κατάφερε το σύστημα ήταν να αποφέρει κέρδη δισεκατομμυρίων ευρώ στις πλέον «[βρώμικες» βιομηχανίες της Ευρώπης. Τα οφέλη για το περιβάλλον ήταν ελάχιστα ή και μηδενικά. Εταιρείες ενέργειας από την Ισπανία, τη Βρετανία και την Πολωνία αύξησαν τα τιμολόγια του ρεύματος, ώστε να αντανακλούν τις τιμές με τις οποίες θα είχαν αγοράσει τα δικαιώματα (αν τα είχαν αγοράσει και δεν τους τα είχαν δώσει δωρεάν οι κυβερνήσεις τους, όπως έγινε στην πραγματικότητα). Και δεν σταμάτησαν εκεί. Κάποιες εταιρείες χρέωσαν τους καταναλωτές τους με κόστος εντελώς δυσανάλογο από το πραγματικό κόστος που θα σήμαινε για τις ίδιες η αγορά των δικαιωμάτων. Κερδοσκόπησαν, δηλαδή, εις βάρος των καταναλωτών με την ανοχή (ελέγχεται) ακόμη και κάποιων κυβερνήσεων.
Κέρδισε 5 δισ. ευρώ σε 3 χρόνια
Το πιο χαρακτηριστικό ίσως παράδειγμα, σύμφωνα με δημοσίευμα της «Ιnternational Ηerald Τribune», ήταν αυτό της γερμανικής εταιρείας ηλεκτρισμού RWΕ, που έχει παραδεχθεί ότι είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τραπεζικούς αναλυτές, κατά τα 3 πρώτα χρόνια εφαρμογής του συστήματος κέρδισε 5 δισ. ευρώ με την παραπάνω μέθοδο- περισσότερα από οποιαδήποτε άλλη εταιρεία στην Ευρώπη. Η ίδια αντέκρουσε τις κατηγορίες που της αποδόθηκαν, υποστηρίζοντας ότι για τα ακριβότερα τιμολόγια ευθύνονται οι αυξήσεις του άνθρακα και του φυσικού αέριου. Εντούτοις, σύμφωνα πάντα με το δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας, έκθεση της Γερμανικής Επιτροπής Ανταγωνισμού κάνει λόγο για «καταχρηστική τιμολογιακή πολιτική» της RWΕ προς τους καταναλωτές.
Μάχη στις Βρυξέλλες
Το χειρότερο, ωστόσο, είναι ότι η Ευρώπη δεν μοιάζει να διδάχθηκε από τα λάθη του παρελθόντος. Στη Σύνοδο Κορυφής των Βρυξελλών που ολοκληρώθηκε χθες με κεντρικό θέμα την οριστικοποίηση του επόμενου- και πιο αυστηρού- σταδίου του συστήματος εμπορίας ρύπων, αυτού της περιόδου 2013 και μετά, οι Ευρωπαίοι ηγέτες εμφανίστηκαν απρόθυμοι να υιοθετήσουν τους στόχους που τέθηκαν το 2007 για την καταπολέμηση της κλιματικής αλλαγής. Υπό τις πιέσεις του πανίσχυρου ενεργειακού λόμπι αλλά και με άλλοθι την οικονομική κρίση, ο ένας μετά τον άλλον έδειξαν διαθέσεις υπαναχώρησης από την αρχική συμφωνία, με το επιχείρημα ότι το κόστος για την επίτευξή της θα πλήξει την απασχόληση και τις επενδύσεις. Και όμως τον Μάρτιο του 2007 και οι «27» είχαν συμφωνήσει ότι μέχρι το 2020 οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου πρέπει να έχει μειωθεί κατά τουλάχιστον 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Το τότε σχέδιο προέβλεπε ότι για να γίνει αυτό, από το 2013 και μετά η βαριά βιομηχανία, όπως η ηλεκτροπαραγωγή, θα πρέπει να αγοράζει τις άδειες εκπομπής ρύπων από τα λεγόμενα χρηματιστήρια ρύπων, αντί να τις μοιράζεται δωρεάν όπως σήμερα. Εφόσον ισχύσει αυτό στην περίπτωση της Ελλάδας, η ΔΕΗ θα επιβαρυνθεί από το 2013 και μετά με ένα αστρονομικού ύψους ποσό, μεταξύ του ενός και των 2,2 δισ. ευρώ κάθε χρόνο.
Η αρχική ωστόσο πρόθεση της Ε.Ε. προκάλεσε αντιδράσεις εν μέσω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Η Πολωνία και επτά ακόμα χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες εξαρτώνται από τον λιθάνθρακα για την κάλυψη των αναγκών τους σε ηλεκτρισμό, υποστηρίζουν ότι θα υποστούν σημαντική οικονομική ζημιά. Λίγες ημέρες πριν από τη Σύνοδο ο Ιταλός πρωθυπουργός Σίλβιο Μπερλουσκόνι προειδοποίησε ότι δεν θα δεχθεί μέτρα που απειλούν τη βιομηχανία, ενώ και η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ εμφανίστηκε απρόθυμη να δεχθεί περιβαλλοντικούς στόχους που θα μπορούσαν, όπως υποστήριξε, να πλήξουν την απασχόληση. Ακόμα και η Βρετανία, η οποία πρωτοστατεί στον διεθνή αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής, αρνήθηκε την ιδέα ενός ξεχωριστού ταμείου για τη χρηματοδότηση μέτρων κατά των ρύπων στη φτωχότερη Ανατολική Ευρώπη.
Υπονομεύθηκε πριν καν αρχίσει
Το σύστημα αγοραπωλησίας ρύπων, όταν πρωτοεφαρμόστηκε, βασίστηκε στην εξής ιδέα: κάθε ρυπογόνος βιομηχανία θα ήταν υποχρεωμένη να αγοράζει άδειες για το μεγαλύτερο μέρος, αν όχι για όλους τους ρύπους που εκπέμπει κάθε χρόνο. Αν παρήγαγε περισσότερους ρύπους από τα δικαιώματα που της είχαν παραχωρηθεί δωρεάν από την κυβέρνησή της, τότε θα έπρεπε να αγοράσει και άλλα. Αν πάλι εξέπεμπε λιγότερους ρύπους, θα μπορούσε να πουλήσει τα επιπλέον δικαιώματα σε κάποιο από τα χρηματιστήρια ρύπων που θα δημιουργούνταν.
Το πλαίσιο όμως που προέκυψε απείχε τελικά πολύ από το αρχικό μοντέλο. Το 2005, χρονιά έναρξης εφαρμογής του συστήματος, η μία μετά την άλλη οι κυβερνήσεις της Ε.Ε., υπό τις έντονες πιέσεις των βιομηχανιών τους, μοίρασαν απλόχερα δικαιώματα εκπομπών στις επιχειρήσεις, προκειμένου οι τελευταίες να αποφύγουν το κόστος που θα είχαν αν προέβαιναν σε επενδύσεις αντιρρυπαντικής τεχνολογίας. Γρήγορα σχηματίστηκε υπερπροσφορά δικαιωμάτων, με συνέπεια η τιμή τους στα χρηματιστήρια να καταρρεύσει, φτάνοντας και... το 1 ευρώ/ τόνο CΟ2. Με τις τιμές σε αυτά τα επίπεδα συνέφερε τις επιχειρήσεις να αγοράσουν μαζικά δικαιώματα- για να τα πουλήσουν αργότερα- παρά να προβούν σε επενδύσεις αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, που ήταν και απ΄ την αρχή ο σκοπός του όλου εγχειρήματος.
Κάποιες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις πλούτισαν αυξάνοντας τα τιμολόγια στο ρεύμα, επικαλούμενες το κόστος των δικαιωμάτων τα οποία όμως τους είχαν παραχωρηθεί δωρεάν!
Η αποτυχία του συστήματος α λα ελληνικά
Για να αντιληφθεί κανείς την παταγώδη αποτυχία του συστήματος, αρκεί να σημειωθεί ότι τα δικαιώματα που μοίρασε το 2005 η ελληνική κυβέρνηση στα 152 ενεργοβόρα εργοστάσια που συμμετέχουν σε αυτό (τα περισσότερα είναι μονάδες της ΔΕΗ) ήταν συνολικά 71,13 εκατ. τόνοι, όταν όλα μαζί εξέπεμψαν λιγότερους ρύπους, της τάξης των 71,03 εκατ. τόνων. Τους έδωσε, δηλαδή, δικαιώματα εκπομπής ρύπων για 100.000 τόνους περισσότερους από τις πραγματικές τους ανάγκες, με συνέπεια ελάχιστες επιχειρήσεις να προβούν σε επενδύσεις αντιρρυπαντικής τεχνολογίας, αφού χωρίς το παραμικρό κόστος μπορούσαν να καλύψουν τον στόχο. Τα δικαιώματα που περίσσευαν, οι ελληνικές επιχειρήσεις- όπως έκαναν άλλωστε και οι ξένες - τα πούλησαν στα χρηματιστήρια ρύπων.
Πηγή: Εφημερίδα Τα Νέα


