Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2011

Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου...

Ήμουν, λέει, σ’ άλλη γη που έμοιαζε τόσο πολύ με τη δική μας. Μόνο που σ’ αυτήν όλα ακτινοβολούσαν! Κι ύστερα, είδα και τους κατοίκους αυτής της μακάριας γης. Ποτέ στη γη μας δεν είχα δει τόση ομορφιά στον άνθρωπο! Μόνο στα παιδιά μας, και μάλιστα στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, μπορούσες να διακρίνεις κάτι σα μια μακρινή ανταύγεια -μα πολύ εξασθενημένη- αυτής της ομορφιάς. Ω! το είχα καταλάβει από την πρώτη ματιά! Εδώ ήταν η γη προτού τη μολύνει το προπατορικό αμάρτημα. Εδώ ο παράδεισος, μόνο που εδώ η γη ήταν παντού ένας και ο αυτός παράδεισος! Η γνώση τους ήτανε τέλεια, στηριζόταν και είχε για κανόνες εντελώς άλλες διαισθήσεις απ’ τις δικές μας. Όμοια διαφορετικοί ήτανε κι οι πόθοι τους. Δεν είχαν επιθυμίες και μέσα στη γαλήνη τους δε διψούσανε σαν εμάς να γνωρίσουν τη ζωή, αφού είχανε φτάσει στην κατάσταση της τελειότητας. Μα η γνώση τους ήτανε βαθύτερη και ανώτερη από τη δική μας επιστήμη, γιατί η δική μας ζητάει να εξηγήσει τι είναι η ζωή και προσπαθεί να τη γνωρίσει για να μάθει στους άλλους πώς να ζούνε. Ενώ εκείνοι, δεν είχαν την ανάγκη της. Ούτε μια φορά με προσέβαλαν και ξύπνησαν μέσα μου αισθήματα ζήλειας και φθόνου. Και’γω, ο καυχησιάρης και ψεύτης, δεν μουρχόταν η επιθυμία να τους καταπλήξω με γνώσεις που σίγουρα ούτε ακουστά θα τις είχανε. Χαρούμενοι σα μικρά παιδιά περιπλανιόνταν μέσ’ τα πυκνά δάση τους. Λίγη δουλειά έφτανε για να κερδίζουν την ελαφριά τροφή τους. Ποτέ δε γίνονταν καυγάδες ή ζήλιες ανάμεσά τους και ούτε που τα γνώριζαν. Τα παιδιά τους ήτανε παιδιά ολονών, γιατί όλοι τους αποτελούσανε μιαν οικογένεια… Δεν είχαν εκκλησιές και ζούσανε σα σε αδιάκοπη επικοινωνία με το μεγάλο Παν∙ δεν είχανε θρησκεία, μα ξέρανε πως, αφού θα γέμιζαν με τις χαρές της ζωής ως εκεί που έφταναν τα όρια της γήινης φύσης, τότε γι’ αυτούς θα γινόταν πλατύτερη η επαφή με το μεγάλο Παν. Και περιμένανε με χαρά αυτή τη στιγμή χωρίς βιάση και χωρίς νοσταλγία… Στο τέλος, τους διέφθειρα όλους! Πώς έγινε αυτό δε ξέρω· το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ ήμουν η αιτία του πρώτου αμαρτήματος. Σαν ένα μόριο χολέρας που μπορεί να μολύνει ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι κι εγώ μόλυνα με την παρουσία μου την γη της ευτυχίας που ως τότε ήταν αθώα. Μάθανε να λένε ψέματα και τους άρεσε το ψέμα. Ύστερα γεννήθηκε η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα… Α, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, μα σε λίγο, πολύ γρήγορα, χύθηκε το πρώτο αίμα: αυτό τους κατέπληξε, τους τρόμαξε, κι άρχισαν ν’ απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο. Σχηματίστηκαν συμμαχίες, μα εναντίον των άλλων. Ακούστηκαν μομφές και κατηγορίες. Μάθανε τί είναι ντροπή, και κάνανε αρετή τη ντροπή. Γεννήθηκε μέσα τους το αίσθημα της τιμής και κάθε συμμαχία ύψωσε πάνω της το λάβαρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα φύγανε από κοντά τους. Άρχισε ένας αιώνας αγώνων για την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό, την προσωπικότητα, τη διάκριση του δικού μου και του δικού σου. Αρχίσανε να μιλούνε διαφορετικές γλώσσες. Μάθανε τη θλίψη κι αγαπήσανε τη θλίψη. Ποθήσανε την οδύνη κι είπανε πως μόνο με την οδύνη αποκτιέται η αλήθεια. Κι έκανε την εμφάνισή της η επιστήμη. Σα γίνανε κακοί, τότε αρχίσανε να μιλάνε για την αδελφοσύνη και τον ανθρωπισμό, και τότε καταλάβανε αυτές τις ιδέες. Σαν γίνανε εγκληματίες, τότε επινοήσανε τη δικαιοσύνη και θεσπίσανε πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν, κι ύστερα, για να εξασφαλίσουν το σεβασμό γι’ αυτούς τους κώδικες, θεσπίσανε τη λαιμητόμο… Τώρα πια, πολύ αμυδρά θυμούνταν αυτά που είχανε χάσει, και μάλιστα δε θέλανε να πιστέψουν πως άλλοτε ήτανε αθώοι κι ευτυχισμένοι. Κορόιδευαν και λέγανε πως ήταν όνειρο. Δε μπορούσαν να το φανταστούν αισθητά ή εικονικά. Μ’ όλο που είχαν χάσει την πίστη τους στη παλιά τους ευτυχία, ωστόσο, τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ανακτήσουν την αθωότητα και την ευτυχία, που γονατίσανε μπροστά στους πόθους της καρδιάς τους, χτίσανε ναούς και προσεύχονταν στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, μ’ όλο που ξέρανε πως ήταν απραγματοποίητη, μα δεν παύανε να τη λατρεύουν με προσευχές και δάκρυα. Κι όμως, αν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν στη χαμένη κατάσταση της αθωότητας και της ευτυχίας, κι αν τους ρωτούσαν αν πραγματικά θέλαν να ξαναγυρίσουν, σίγουρα θ’ αρνιόνταν και θα απαντούσαν: «Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι∙ το ξέρουμε, κλαίμε κι υποφέρουμε γι’ αυτό και επιβάλλουμε στους εαυτούς μας μαρτύρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως από κείνες που θα μας επιβάλει ο Φιλεύσπλαχνος Κριτής σα μας δικάσει. Μα με τη βοήθεια της επιστήμης θα ξαναβρούμε την αλήθεια και τότε θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη απ’ το συναίσθημα, κι η συνείδηση της ζωής ανώτερη απ’ τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι πάνω από την ευτυχία.» Αυτά λέγανε, κι ύστερα από κάτι τέτοια λόγια, ο καθένας ξανάρχιζε ν’ αγαπάει τον εαυτό του με ολοένα πιο εγωιστική αγάπη και προσπαθούσε να εξευτελίσει και να ταπεινώσει με κάθε μέσο την προσωπικότητα των άλλων∙ ήτανε ζήτημα ζωής. Εμφανίστηκε η δουλεία και η εθελοδουλία. Οι αδύνατοι υποτάχθηκαν πρόθυμα στους ισχυρότερους, φτάνει αυτοί να τους βοηθούσαν να συντρίψουν τους πιο αδύνατους απ’ αυτούς. Εμφανίστηκαν και οι δίκαιοι, που ήρθαν για να τους μιλήσουν θρηνώντας για την αλαζονεία τους και κατηγορώντας τους που έχασαν το μέτρο, την αρμονία, την αιδημοσύνη τους. Μα τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Ήρθαν κι άλλοι που σκέφτηκαν ν’ αποκαταστήσουν την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους σε τρόπο που -χωρίς ο καθένας να παύει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον πλησίον του- να μην αποτελεί ωστόσο εμπόδιο και ενόχληση για τους άλλους και όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου να ζούσανε μονιασμένοι. Μακρόχρονοι πόλεμοι υποδαυλίστηκαν για να επιβληθεί αυτή η αρχή. Μα γρήγορα εξασθένισε το συναίσθημα της προσωπικής αυτοσυντήρησης, κι ανέβηκαν οι αλαζόνες κι οι φιλήδονοι που απαιτούσαν όλα ή τίποτα. Και για ν’ αποκτήσουν τα όλα, χρειάστηκε να καταφύγουν στην αγριότητα, κι όταν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Έγιναν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, εν ονόματι της αιώνιας γαλήνης στους κόλπους του μηδενός. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν από τον χωρίς νόημα μόχθο και τα πρόσωπά τους πήρανε τα στίγματα της οδύνης∙ έτσι, αυτοί οι άνθρωποι διακήρυξαν πως η οδύνη είναι ομορφιά… Κι εγώ, τριγύριζα απελπισμένος ανάμεσά τους κι έκλαιγα γι’ αυτούς, μα τώρα τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν που τα πρόσωπά τους δεν είχανε γνωρίσει την οδύνη και ήτανε αθώα και τόσο ωραία. Ξανάρχισα ν’ αγαπάω τη βρώμικη γη τους πιο πολύ από τότε που ήταν παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε ο πόνος… Τους είπα πως εγώ τα είχα κάνει όλ’ αυτά, τους είχα φέρει τη διαφθορά, τη πανούκλα και το ψέμα! Μα εκείνοι καγχάζανε, και στο τέλος με πήραν για τρελό. Και τότε η ψυχή μου πλημμύρισε από τόσο δυνατή θλίψη που σφίχτηκε η καρδιά μου, ένοιωσα πως θα πέθαινα, και τότε… τότε ξύπνησα. Ήμουν γελοίoς. Τώρα με λένε τρελό. Θλίβομαι που βλέπω πως δεν γνωρίζουν την αλήθεια… Κι όμως, τι απλό που είναι! θα μπορούσαν μέσα σε μια μέρα να ξαναγίνουν όλα. Το ουσιώδες, είναι ν’ αγαπούμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, ναι, αυτό είναι το ουσιώδες και το παν, χωρίς να χρειάζεται τίποτ’ άλλο: τότε, αμέσως θα ξέρουμε πώς να χτίσουμε τον παράδεισο. Κι όμως, αυτή είναι παμπάλαια αλήθεια, την έχουμε διαβάσει και αναμασήσει εκατομμύρια φορές, μα δεν παύει να είναι αποτελεσματική. «Η συνείδηση της ζωής είναι ανώτερη απ’ τη ζωή∙ η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι ανώτερη, από την ευτυχία». Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε! Και θα παλέψω. Φτάνει να το θελήσουν όλοι, κι αμέσως όλα θα χτιστούν!

Απόσμασμα από «Το όνειρο ενός γελοίου ανθρώπου» του Fyodor Dostoyevsky.
Πηγή: http://ithaque.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top