Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

Στα λαγούμια του Καρυοχωρίου...

Η εξόρυξη λιγνίτη ξεκίνησε από ‘δω
Η σκηνή εκτυλίσσεται ένα καλοκαιρινό μεσημέρι του 1947 σε μια γειτονιά του Καρυοχωρίου στην επαρχία Εορδαίας. Ο 14χρονος Παύλος Γκουγκουλάρας είναι κατάμαυρος από την σκόνη του κάρβουνου, η οποία αναμειγμένη με τον ιδρώτα έχει κολλήσει στο πρόσωπό του και στα χέρια του. Από το πρωί ο μικρός Παύλος δουλεύει ασταμάτητα μαζί με τον πατέρα του και τρεις ακόμη κατοίκους του χωριού, στη γαλαρία τους, στην αυλή του σπιτιού τους. Χωμένοι μέσα σε ένα τούνελ φάρδους ενός μέτρου και ύψους δύο μέτρων, σκάβουν ώρες πολλές για να βρούνε το κοίτασμα λιγνίτη, το οποίο θα τους δώσει τα χρήματα, ώστε να εξασφαλίσουν τα προς το ζην για τις επόμενες μέρες. Πρέπει να βγάλουν όσο περισσότερο κάρβουνο μπορούν, γιατί σε λίγες μέρες περιμένουν τον αγοραστή από κάποια περιοχή της βόρειας Ελλάδας, ο οποίος συνήθιζε τέτοια μέρα κάθε χρόνο να επισκέπτεται το Καρυοχώρι, για να αγοράσει τις προμήθειες κάρβουνου για όλο το χειμώνα.
Αυτή ήταν η καθημερινότητα του Παύλου Γκουγκουλάρα εκείνα τα χρόνια στο Καρυοχώρι. Σήμερα σε ηλικία 76 ετών τα θυμάται όλα σαν να ήταν χθες, όταν «δουλεύαμε πολύ και σκληρά μέσα στη γαλαρία. Τότε που δεν είχαμε αίσθηση κινδύνου, αλλά ακόμη και να φοβόμασταν πάλι θα μπαίναμε να βγάλουμε κάρβουνο, γιατί έπρεπε να ζήσουμε και ήταν η μοναδική τότε πηγή εσόδων μιας οικογένειας».
Από το 1920 στο Καρυοχώρι του πρώην δήμου Αγίας Παρασκευής στο νομό Κοζάνης ξεκίνησε η πρώτη εξόρυξη λιγνίτη σε πανελλήνιο επίπεδο. Μερικοί από τους πρόσφυγες του Πόντου που εγκαταστάθηκαν στο χωριό ήταν ανθρακωρύχοι και διαπίστωσαν πως το υπέδαφος της περιοχής ήταν πλούσιο σ’ αυτή την καύσιμη ύλη. Οι πρώτοι λιγνιτωρύχοι της ελληνικής ιστορίας ήταν…τυφλοπόντικες! Εξόρυσσαν τον λιγνίτη από βάθος μεγαλύτερο των 20 μέτρων μέσα σε στοές (λαγούμια ή γαλαρίες όπως τις αποκαλούν στο χωριό) με κασμά, σφήνες και βαριοπούλες. Μέσα σ’ αυτές τις γαλαρίες έμπαιναν τέσσερα άτομα. Ο ένας φόρτωνε το λιγνίτη στα μεγάλα καλάθια (κοφίνια) και στη συνέχεια αυτός που βρισκόταν…επάνω τραβούσε το καλάθι και ξεφόρτωνε. Για ώρες κάθε μέρα οι λιγνιτωρύχοι του Καρυοχωρίου δούλευαν στις «οικογενειακές τους επιχειρήσεις» για να μπορέσουν να ζήσουν, μια και αυτή ήταν η κύρια απασχόλησή τους την εποχή εκείνη.
«Ανοίγαμε αρχικά κάτι σαν πηγάδι στις αυλές μας και στη συνέχεια σκάβαμε κάθετα περίπου 20 μέτρα. Μόλις βλέπαμε το στρώμα του λιγνίτη σκάβαμε οριζόντια κάτω από αυτό. Καρφώναμε τις σφήνες γύρω από το κομμάτι του κάρβουνου και το χτυπούσαμε με τη βαριά, για να πέσει. Το σπάγαμε σε μικρότερα κομμάτια το βάζαμε στο κοφίνι και αυτό ήταν, συνεχίζαμε πιο μέσα για να βρούμε κι άλλο κάρβουνο» μας λέει ο κ. Γκουγκουλάρας. Υπήρχαν κομμάτια λιγνίτη, τα οποία είχαν πάχος έως και δύο μέτρα ανάλογα βέβαια με το κοίτασμα που εντοπιζόταν. Για παράδειγμα υπήρχαν περιοχές στο χωριό που ο λιγνίτης ήταν «ψηλά» στα δώδεκα μέτρα, αλλά υπήρχαν και κάποιες άλλες που το βάθος της γαλαρίας έφτανε και τα 27 μέτρα. Όπως η γαλαρία στην οποία δούλεψε ο Αλέξανδρος Λιάτσκος, 70 ετών σήμερα. «Κάθε παρέα και κάθε οικογένεια είχε τη δική της γαλαρία. Όλο το χωριό ήταν γεμάτο από δαύτες, αλλά ο κάθε ένας τηρούσε τα όρια του, δηλαδή σκάβαμε στο περίπου μέχρι τα σύνορα του διπλανού οικοπέδου, γιατί από εκεί και πέρα ξεκινούσε η δική του γαλαρία» μας λέει.
Οι αγοραστές του κάρβουνου δεν ήταν μόνο από την περιοχή της Εορδαίας και της Κοζάνης. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ξεκινούσαν από μακριά για να έρθουν στο Καρυοχώρι το καλοκαίρι, να αγοράσουν κάρβουνο για να ζεσταθούν τον χειμώνα. Μεταξύ αυτών και επιχειρηματίες της εποχής, οι οποίοι χρειάζονταν την καύση του λιγνίτη, για να παράξουν τα προϊόντα τους. Ο ένας τόνος λιγνίτη, ο οποίος ήταν ίσος με δώδεκα κοφίνια, κόστιζε 1 δραχμή. Κάθε μέρα κάθε οικογένεια εξόρυσσε το λιγότερο πέντε τόνους από την…αυλή του σπιτιού της και μπορούσε να εξορύξει μερικές φορές και δέκα τόνους. Το ξηρό κάρβουνο ήταν το ακριβότερο γιατί καιγόταν καλύτερα. Βέβαια δεν ήταν λίγες οι φορές που αντί για δραχμές, η πληρωμή γινόταν με προϊόντα όπως αλεύρι και σιτάρι.
Μέσα στις γαλαρίες οι συνθήκες βέβαια δεν ήταν καλές. Οι λιγνιτωρύχοι σκάβοντας με το «τζίτζικα» (έτσι ονόμαζαν τον κασμά με τη λεπτή άκρη) δεν ήξεραν τι μπορεί να κρύβεται από πίσω. Υπήρχαν περιπτώσεις που κατά την ώρα αυτή, χτυπούσαν μια γειτονική παλαιότερη γαλαρία γεμάτη με νερό, με αποτέλεσμα να γεμίσει σε πολύ λίγο χρόνο με νερό και το δικό τους λαγούμι και να πνιγούν. Τα ατυχήματα που συνέβησαν ήταν πολλά, όπως λέει πρώης δήμαρχος Αγίας Παρασκευής Σάββας Ζαμανίδης, «είχαμε ακρωτηριασμούς και σοβαρούς τραυματισμούς από πτώσεις του εδάφους και των στρωμάτων λιγνίτη στα πόδια των εργατών και σε άλλα μέρη του σώματος και βέβαια στα τόσα μέτρα κάτω από το έδαφος δεν υπήρχε η απαραίτητη ποσότητα οξυγόνου». Για να αποφύγουν, λοιπόν, το ενδεχόμενο της ασφυξίας, οι λιγνιτωρύχοι είχαν συντροφιά μια λάμπα ασετιλίνης, την οποία κατέβαζαν αρχικά στο πηγάδι που είχαν ανοίξει, για να δουν αν θα σβήσει από την έλλειψη οξυγόνου. Επίσης, τοποθετούσαν σωλήνες μέσα στη στοά στην άκρη των οποίων υπήρχε μια αγροτική συσκευή, την οποία χρησιμοποιούσαν στο λίχνισμα του σιταριού. Καθώς λοιπόν έσκαβαν βαθύτερα, αν η λάμπα ασετιλίνης πήγαινε να σβήσει από την έλλειψη οξυγόνου, φώναζαν σ’ αυτόν που βρισκόταν στην άκρη της στοάς να τη θέσει σε λειτουργία, για να φέρει μέσα στη γαλαρία οξυγόνο. Ένας ακόμη τρόπος για να αποφύγουν την ασφυξία ήταν το άνοιγμα μιας ακόμη γαλαρίας, η οποία επικοινωνούσε με αυτή στην οποία δούλευαν και έφερνε αέρα στα 25 μέτρα βάθους, όπου και βρίσκονταν οι τέσσερις εργάτες και ο «μικρός» (συνήθως 13 - 14 ετών) που γέμιζε τα κοφίνια με λιγνίτη. Το υπέδαφος του Καρυοχωρίου είναι σήμερα γεμάτο με τέτοιες γαλαρίες, μερικές από τις οποίες βγήκαν στην επιφάνεια μετά από χρόνια, λόγω της μετακίνησης του εδάφους. Κάποιες σώζονται μέχρι σήμερα στις αυλές των σπιτιών και κάποιες άλλες τις έχουν μετατρέψει οι ιδιοκτήτες τους σε πηγάδια, για να ποτίζουν τους μπαξέδες τους το καλοκαίρι.
Η εξόρυξη του λιγνίτη μ’ αυτόν τον τρόπο από τους κατοίκους του χωριού κρίθηκε παράνομη αμέσως μετά την έναρξη της εξορυκτικής δραστηριότητας των οργανωμένων εταιρειών στην περιοχή κοντά στο 1950. Από τότε άρχισαν τα λαγούμια να κλείνουν το ένα μετά το άλλο, όχι όμως αμέσως. Κάποιοι συνέχιζαν την εξόρυξη, γιατί έπρεπε να βγάλουν χρήματα για να ζήσουν, με αποτέλεσμα η παρουσία της χωροφυλακής στο χωριό να είναι καθημερινή, με στόχο τον εκφοβισμό των…παράνομων λιγνιτωρύχων. Όσοι επέλεξαν να συνεχίσουν την εξόρυξη πουλούσαν το κάρβουνο βράδυ, για να μην τους αντιληφθούν ο χωροφύλακες.
Οι πρώτοι επιχειρηματίες που ξεκίνησαν την εξόρυξη επαγγελματικά ζήτησαν την συνδρομή και την εμπειρία των Καρυοχωριτών λιγνιτωρύχων. Πολλοί κάτοικοι εργάστηκαν στη συνέχεια στα ορυχεία του Παυλίδη και του Αδαμόπουλου με πιο σύγχρονα για την εποχή μέσα. Ο 75χρονος σήμερα Αναστάσιος Δημητριάδης θυμάται όταν σε ηλικία 20 χρόνων συμμετείχε στη ομάδα που σύστησε ένας Γερμανός γεωλόγος ονόματι Μίλερ, προκειμένου να διαπιστώσει σε ποιο βάθος και τι είδους λιγνίτης υπάρχει στο υπέδαφος, «μας έδωσε κουτιά ξύλινα, τα οποία είχαν χωρίσματα ανάμεσα και κάθε δέκα περίπου μέτρα βάζαμε και στην αντίστοιχη θήκη ένα δείγμα από το κάρβουνο σε εκείνο το βάθος. Κάθε τρία μέρα τοποθετούσαμε και στηρίγματα για να μην πέσει το χώμα. Ήταν η πρώτη φορά που έφτασα σε βάθος 103 μέτρων!». Πάντως, σύμφωνα με τον δήμαρχο της Αγίας Παρασκευής, τα μεροκάματα στο πρώτο εργοστάσιο λιγνίτη που δημιουργήθηκε στην περιοχή, αυτό της ΛΙΠΤΟΛ, δεν ήταν ικανοποιητικά, με αποτέλεσμα οι κάτοικοι να προτιμούν να μην δουλεύουν. Άλλωστε το Καρυοχώρι θεωρείτο τότε και πλούσιο χωριό, λόγω της εξορυκτικής δραστηριότητας που είχαν αναπτύξει οι κάτοικοι. Επίσης, οι αποζημιώσεις που δόθηκαν τότε, μέσω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, στους κατοίκους που διέθεταν χωράφια στην πιο γόνιμη περιοχή του χωριού, ήταν κατά πολύ μικρότερες από την αξία της παραγωγής του χωραφιού σε ένα έτος.
«Πιστεύω πως το Καρυοχώρι είναι αδικημένο από τη ΔΕΗ και το κράτος σ’ αυτόν τον τομέα. Δεν έχει πάρει αυτά που του αξίζουν, αν θέλετε και για συναισθηματικούς λόγους» τονίζει ο κ Ζαμανίδης και προσθέτει «από ‘δω ξεκίνησε η πρώτη εξόρυξη λιγνίτη στη χώρα με πολλά θύματα, εδώ έγιναν οι πρώτες απαλλοτριώσεις από τη ΔΕΗ και μέχρι σήμερα έχουν απαλλοτριωθεί πάνω από 13.000 στρέμματα». Ο ίδιος θεωρεί πως η υπόσχεση του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ΔΕΗ Τάκη Αθανασόπουλου να δημιουργηθεί ένα Μουσείο Λιγνίτη στο Καρυοχώρι θα αναπτύξει την περιοχή. Σ’ αυτό το μουσείο, το οποίο θα καταλαμβάνει πολλά τετραγωνικά, θα εκτεθούν όλα τα εργαλεία και οι συσκευές που χρησιμοποιήθηκαν όλα αυτά τα χρόνια κατά την εξόρυξη λιγνίτη. Ήδη, η δημοτική αρχή ξεκίνησε να συγκεντρώνει αυτό το υλικό, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται και η σφραγίδα του πρώτου σωματείου λιγνιτωρύχων, το οποίο δημιουργήθηκε πριν το 1940 στο Καρυοχώρι, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να δραστηριοποιηθεί λόγω της έναρξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Πηγή: www.kozani.tv-Σωκράτης Μουτίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top