Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς ένας τοπικός ορυκτός πόρος μετατρέπεται σε παράγοντα υπανάπτυξης μιας περιοχής...

Η Δρ. Ειρήνη Κλαμπατσέα της Αρχιτεκτονικής Σχολής του ΕΜΠ μελέτησε το Μαντούδι της Εύβοιας ως μια χαρακτηριστική περίπτωση φθίνουσας βιομηχανικής περιοχής και ανέδειξε την εγγενή παθογένεια της λειτουργικής εξειδίκευσης της στον εξορυκτικό-μεταλλευτικό τομέα (7). Η ευθραυστότητα της σχεδόν αποκλειστικής εργασιακής εξειδίκευσης αναδεικνύεται ως κύριος συντελεστής της δομικής αδυναμίας τέτοιου τύπου περιοχών να ακολουθήσουν αναπτυξιακή πορεία. Είχαμε τη χαρά να ακούσουμε και να γνωρίσουμε την κα Κλαμπατσέα στην ημερίδα του ΤΕΕ “Ορυκτός Πλούτος και Τοπικές Κοινωνίες” τον Ιανουάριο 2010 -η εισήγησή της εδώ. Σύμφωνα με τη μελέτη αυτή, υπάρχει συγκεκριμένη διαδικασία σταδιακής μετατροπής ενός τοπικού φυσικού (ορυκτού) πόρου: Σε πρώτη φάση σε τοπικό συγκριτικό πλεονέκτημα και εν συνεχεία – σε συνθήκες ύφεσης και, πολύ περισσότερο, κρίσης – σε τροχοπέδη της αναπτυξιακής πορείας συγκεκριμένων περιοχών. Η εξορυκτική δραστηριότητα αναδείχθηκε σε δραστηριότητα – κλειδί για την ανάπτυξη ορισμένων μέχρι τότε αγροτικών περιοχών του ελληνικού χώρου, κατά τη διάρκεια της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου. Σε αυτήν την πρώτη φάση, η εξορυκτική δραστηριότητα απορροφά ταχύτατα απασχολούμενους από άλλους κλάδους (αγροτικές δραστηριότητες). Ακολουθεί η εγκατάσταση στην περιοχή μετακινούμενων από την υπόλοιπη χώρα που απορροφούνται και αυτοί από την κυρίαρχη δραστηριότητα. Η εκμετάλλευση του ορυκτού πόρου εδραιώνεται στη θέση του ισχυρού συγκριτικού πλεονεκτήματος, θεμέλιου λίθου για την αναπτυξιακή πορεία της περιοχής επί αρκετές δεκαετίες, λειτουργεί όμως ως ο βασικός ανασταλτικός παράγοντας για τη δημιουργία ή ανάδειξη άλλων τοπικών συγκριτικών πλεονεκτημάτων. Πράγματι, στην περίπτωση του Μαντουδίου, τα υπόλοιπα τοπικά χαρακτηριστικά όπως η εύφορη αγροτική γη, το φυσικό περιβάλλον και τοπίο κλπ, με την επεκτατική κυριαρχία της εκμετάλλευσης λευκολίθου, ή συρρικνώθηκαν ή εξαλείφθηκαν ή αδρανοποιήθηκαν ή δεν αξιοποιήθηκαν στην κατεύθυνση μιας άλλου τύπου, βιώσιμης αναπτυξιακής προοπτικής της περιοχής. Διαμορφώνεται έτσι μια ιδιάζουσα/στάσιμη τοπική αγορά εργασίας, χωρίς δυνατότητες ευελιξίας σε επιβαλλόμενες αλλαγές, δεδομένου του χαμηλού επιπέδου εκπαίδευσης του ανθρώπινου δυναμικού (στο δείγμα της μελέτης στο Μαντούδι, 50% ήταν απόφοιτοι Δημοτικού, ενώ το 22% απόφοιτοι τεχνικής σχολής) και των μεταβολών στην εργασιακή δομή της περιοχής που σημειώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες. Ομως, το συγκεκριμένο συγκριτικό πλεονέκτημα/ορυκτός πόρος έχει μια σειρά χαρακτηριστικών που το καθιστούν εξαιρετικά εύθραυστο και που δρουν καταλυτικά στην αναπτυξιακή εξέλιξη της περιοχής: Η δραστηριότητα είναι περιορισμένη χρονικά δεδομένου ότι πρόκειται για εκμετάλλευση ενός μη ανανεώσιμου φυσικού πόρου. Η εξορυκτική και μεταλλευτική δραστηριότητα ανήκει σε αυτές που έχουν υψηλό βαθμό εξάρτησης από εξωγενείς παράγοντες (διεθνείς συγκυρίες, τιμές των μετάλλων, παγκόσμια αγορά και ανταγωνιστικότητα, τεχνολογικές καινοτομίες, κλπ). Έτσι ακολουθεί το δεύτερο στάδιο: Υπό την καταλυτική επίδραση των εξωγενών παραγόντων, των δομικών χαρακτηριστικών της Ελληνικής βιομηχανίας ή της εξάντλησης του ορυκτού πόρου, αίρονται τα χαρακτηριστικά του τοπικού συγκριτικού πλεονεκτήματος και παύει να παρέχει εργασία. Μετατρέπεται έτσι σε παράγοντα αναπτυξιακής παθογένειας της ευρύτερης περιοχής. Η τοπική αγορά εργασίας αποδιοργανώνεται, η ανεργία εκτοξεύεται στα ύψη και δημιουργούνται προβλήματα οικονομικής επιβίωσης. Το πλεονάζον εργατικό δυναμικό είναι χαμηλής ή μηδενικής ειδίκευσης και εμφανίζει εξαιρετική δυσκολία εξεύρεσης άλλης εργασίας. Η περιοχή είναι πλέον ένας «πλεονάζων χώρος», με ελάχιστες παραγωγικές δυνατότητες, συνέπεια της πολύχρονης μονοκαλλιέργειας. Συμπερασματικά, η εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού περιοχών στην εξόρυξη ορυκτών πόρων μπορεί, σε εποχές εύρυθμης λειτουργίας, να ενίσχυσε τοπικές αγροτικές κοινωνίες, όμως σε εποχές ύφεσης και κρίσης δρα καταλυτικά στην τοπική αποδιάρθρωση – οικονομική και κοινωνική. Τα μέτρα βραχυπρόθεσμης ανακούφισης του πληθυσμού από τις επιπτώσεις της κρίσης απεδείχθησαν ανεπαρκή για την αναστροφή της περιθωριοποίησης των περιοχών αυτών, σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο. Σύμφωνα με τη συγγραφέα της μελέτης, ο νέος Χωροταξικός Σχεδιασμός θα μπορούσε, υιοθετώντας αρχές βιώσιμης ανάπτυξης, να συμβάλει στην ανάσχεση της συνεχιζόμενης μετατροπής των περιοχών αυτών σε πλεονάζοντες χώρους και θύλακες ανεργίας (σημ: εν έτει 2011, γνωρίζουμε πια ότι αυτό δεν έγινε…).

Πηγή: http://antigoldgreece.wordpress.com/

Eιρήνη Κλαμπατσέα, “H βιώσιμη επανένταξη περιοχών με εξειδίκευση στην εξορυκτική δραστηριότητα ως κατεύθυνση του εθνικού χωροταξικού σχεδιασμού”, εισήγηση σε ημερίδα του ΤΕΕ, 20/9/2006

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top