Δευτέρα, 3 Οκτωβρίου 2011

Ο αέρας της αλλαγής...

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μία χώρα μακρινή και πλούσια, με καλοζωισμένους αρχηγούς και φτωχούς ανθρώπους. Η χώρα της ματαιοπονίας.
Ο βασιλιάς της ήταν άδικος και νοιαζόνταν μόνο για τον εαυτό του. Κι οι άνθρωποι υπέφεραν.
Και ξεσηκώθηκαν. Η ελπίδα άνθισε στα πρόσωπα. Χαμόγελα χαράς έλουσαν τη χώρα.
Οι άνθρωποι όρισαν αρχηγό και πολέμησαν τον άδικο βασιλιά.
Έραψαν καινούρια σημαία με έμβλημα ιερό και όρμησαν στη μάχη.
Αίμα χύθηκε πολύ. Σκοτώθηκαν άνθρωποι μυριάδες κι απ' τις δυο μεριές.
Κι έδιωξαν τον τύραννο.
Ο αρχηγός τους μεγάλη δύναμη απέκτησε. Κι έπειτα από λίγο καιρό έγινε κι αυτός βασιλιάς.
Και κυβερνώντας ξέχασε ποιοι τον είχαν φέρει στην εξουσία.
Κι έγινε άδικος κι αυτός και σκληρός.
Κι οι άνθρωποι παρέμειναν φτωχοί κι εξακολούθησαν να υποφέρουν
Κι όρισαν νέο αρχηγό. Κι επαναστάτησαν.
Σήκωσαν πάλι τα λάβαρα κι έγραψαν φιρμάνια μ' εκφράσεις μεγαλόσχημες για την ελευθερία και τη δημοκρατία.
Τα ατσάλινα όπλα στραφτάλισαν στο φως του ήλιου. Το αίμα χύθηκε ποτάμι.
Ο σκληρός βασιλιάς ήταν πια παρελθόν.
Ο νέος αρχηγός αποθεώθηκε. Ήταν ο σωτήρας της μακρινής χώρας και δικαιωματικά ανέλαβε τα ηνία της διακυβέρνησης και την προστασία της δημοκρατίας. Μα με τον καιρό η λησμονιά κι η απληστία διέγραψε τις μεγάλες ιδέες που τον έκαναν σωτήρα. Πίστεψε πως ο κόσμος του ανήκει.
Κι έγινε αυτοκράτορας. Κι οι άνθρωποι έγιναν πιο φτωχοί από κάθε άλλη φορά.
Τα χαμόγελα έσβησαν κι ο αέρας θάμπωσε. Γκρίζα σύννεφα πλανήθηκαν στους ουρανούς τους. Η δυστυχία κι η ανελευθερία καλλιέργησαν το σπόρο της καχυποψίας. Κι οι άνθρωποι χίμηξαν ενάντια στ' αδέλφια τους.
Ο αχός των όπλων σκέπασε κάθε άλλη φωνή. Οι δρόμοι έγιναν παγίδες. Η μυρωδιά του θανάτου τρύπωσε στα ρουθούνια, αναρριχήθηκε στο νου και τον σκότισε.
Και το αίμα κύλησε χείμαρρος ορμητικός να καταπνίξει τη Γη.
Αφουγκράστηκαν τον σπαραγμό οι γείτονες κι εκστράτευσαν να καταλάβουν τη χώρα της ματαιοπονίας.
Με όπλα βαριά που στραφτάλιζαν κι αυτά στο φως του ήλιου.
Κι έλειψε το ψωμί. Κι η χαρά. Κι η ελπίδα.
Ο φόβος φώλιασε στις καρδιές.
Οι ηγέτες του κόσμου έδωσαν κι άλλα όπλα στους ανθρώπους της χώρας εκείνης.
Μα έδωσαν και στους γείτονες.
Κι ο πόλεμος άργησε να τελειώσει. Και τα θύματα ήταν πολλά και στις δυο χώρες. Το αίμα, μια κατακόκκινη, βαθιά θάλασσα, έπνιξε τα όνειρα των ταπεινών.
Κι όταν σίγησαν οι πυροβολισμοί και βγήκαν οι άνθρωποι απ' τα σπίτια τους, εκείνο που αντίκρυσαν ήταν τα ερείπια της χώρας τους και του εαυτού τους.
Οι αρχηγοί και οι ηγέτες τους είχαν προδώσει.
Τους είχαν τάξει τον παράδεισο κι αντί γι' αυτό μια κόλαση έφτιαξαν τον κόσμο. Και τότε στράφηκαν στο Θεό.
Προσκύνησαν τους ιερείς Του, δόξασαν τ' όνομά Του, φρόντισαν τους ναούς Του και άλλαξαν τα φιρμάνια της δημοκρατίας με φιρμάνια θείας βούλησης.
Και ξεχύθηκαν στους δρόμους του μεγάλου θεού που οδηγούν στον αληθινό Παράδεισο, να διδάξουν το θέλημά Του.
Κι είπαν πως όποιος δεν πράττει το θέλημα του θεού, μίασμα είναι στον κόσμο ετούτο και δεν του αξίζει η ζωή.
Κι έκαναν εγκλήματα πολλά στο όνομά Του.
Κι ο σκοταδισμός σκέπασε σα μαύρο πέπλο τη μακρινή χώρα.
Οι φωνές έσβησαν, οι μουσικές σίγησαν και το μόνο που ακουγόταν ήταν τα κηρύγματα των αρχιερέων.
Κι οι άνθρωποι εξακολούθησαν να υποφέρουν...
Κι ένα πρωινό ένας μικροσκοπικός ανθρωπάκος κοίταξε τον ήλιο καταπρόσωπο και χαμογέλασε.
Ανέβηκε πάνω σε μια μεγάλη πέτρα, γύρισε το βλέμμα του ολούθε και φώναξε με φωνή στεντόρια:
"Μάταια αγωγίζεστε άνθρωποι. Και κάνετε λάθη πολλά. Κι έτσι όπως ψάχνετε το φως επενδύοντας σε αρχηγούς και σωτήρες, βρίσκετε μόνο το σκοτάδι.
Κοιτάξτε τον ήλιο μια φορά καταπρόσωπο και θα καταλάβετε.
Τη γνώση ψάξτε. Και την αλήθεια. Ακόμη κι αν δεν καταφέρετε να τη βρείτε, το ταξίδι θα σας χαρίσει εκείνο το φως που αναζητάτε. Κι ίσως τότε, τότε μόνο, να καταφέρετε να πνεύσει στη χώρα ετούτη ο αέρας της αλλαγής.."

Πηγή: http://ektiesthisi.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top