Παρασκευή, 27 Απριλίου 2012

Ψεύδους Εγκώμιον, Σύνδρομο του Πινόκιο, Ζωτικό Ψεύδος και Σύγχρονο Παραμύθι...

"Υπάρχουν Αλήθεια και Ψεύδος άραγε; ή υπάρχει μόνον Νέον και Παλαιόν, ― και το Ψεύδος είναι απλώς το γήρας της αληθείας;" [1]
Κωνσταντίνος Καβάφης, Σημείωμα Γ΄ (16.9.1902). Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής. Ερμής, 1983. 24. Ψεύδους Εγκώμιον.

Πήρα το παρακάτω «κυνικό» γράμμα και το δημοσιεύω για μεταπασχαλινή «ξεφάντωση των φίλων». Αγαπητέ κύριε,
Δεν ξέρω αν οι συνέλληνες, παραδομένοι στη λαμπριάτικη βακχεία, πρόσεξαν μιαν «αποκάλυψη» του Βηματοδότη σας την Κυριακή του Πάσχα: Στην Ταχυδρομική Σχολή των ΕΛΤΑ, λέει, υπάρχει και μάθημα δημοσίων σχέσεων... για το μάθημα αυτό, υπάρχει εγχειρίδιο... και στο εγχειρίδιο υπάρχει ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Πώς να λέμε ψέματα με επιτυχία». Τόσο ο βουλευτής που το ανακάλυψε (κ. Στρατάκης) όσο και ο υφυπουργός Μεταφορών (κ. Λουκάκης) στον οποίον απευθύνθηκε, αλλά και ο Βηματοδότης, κατάπληκτοι επειδή διδάσκεται το ψέμα στους δημόσιους υπαλλήλους, εξανέστησαν και ζητούν εξηγήσεις και τιμωρία των δραστών.
Ας επιτραπεί, ωστόσο, στον άσημον εμένα να διαφωνήσω και με τους τρεις και, να πλέξω το εγκώμιο του ψεύδους. Ελπίζω να με συχωρέσουν τόσο αυτοί, όσο και οι μεγάλοι και τρανοί του παρελθόντος, που έχουν συνθέσει κάθε λογής εγκώμια για κάθε είδους έμψυχα και άψυχα, σπουδαία ή ασήμαντα - από τον Θουκυδίδη και τον Ισοκράτη που ύμνησαν την Αθήνα ως τον Λουκιανό που έγραψε εγκώμιο της μύγας και τον Πλούταρχο που εγκωμίασε τη λογική των ζώων... από τον Μιχαήλ Ψελλό που εγκωμίασε ψύλλους, ψείρες και κοριούς, ως τον Έρασμο με το περίφημό του Μωρίας εγκώμιον, τον Βολταίρο που εγκωμίασε την υποκρισία και τον Πωλ Λαφάργκ που εγκωμίασε την τεμπελιά. Γιατί όχι, λοιπόν, κι ένα μικρό εγκώμιο στο αρχαιότατο και δημοφιλέστατο ψεύδος;
Πρώτα πρώτα, η ιστορία του ανθρώπινου γένους αρχίζει μ' ένα ψέμα ή μάλλον με δύο, αφού ο Όφις «ηπάτησε» την Εύα όχι μια αλλά δυο φορές: την ξεμυάλισε να φάει το μήλο από το δέντρο της Γνώσεως και της έταξε πως αυτή και ο σύζυγός της «έσονται ως Θεοί» - πράγμα, βέβαια, που κάθε άλλο παρά έγινε. Ωστόσο, στο ψέμα αυτό χρωστάμε τη γνώση για το «καλόν και το πονηρόν» - άλλο το ζήτημα ποιο απ' τα δυο προτιμάμε κάθε φορά...
Έτσι ή αλλιώς, το ψέμα έγινε από τότε ο κυρίαρχος στη ζωή και την πορεία ανθρώπων, κοινωνιών, κρατών. «Μόλις ο άνθρωπος απόκτησε το χάρισμά του λόγου - λέει ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ - το μεταχειρίστηκε για να πει ένα ψέμα. Και το ψέμα τον ύψωσε αμέσως πάνω απ' όλα τ' άλλα ζώα. Ο πρώτος ψεύτης του κόσμου συνάντησε τον ψεύτη του αντίθετου φύλου, έκαναν ένα συνεταιρισμό και ίδρυσαν τη φυλή των ψευδολόγων, που ονομάζεται και ανθρωπότητα»... Οι σοφοί ορίζουν τον άνθρωπο ως «ένα ζώο που φτιάχνει εργαλεία» ή ως «ένα ζώο που γελά». Κατά την ταπεινή μου γνώμη, θα ήταν εξίσου σωστό αν λέγαμε πως είναι «ένα ζώο που ψεύδεται»...
Επόμενο ήταν, ολόκληρη η Ιστορία να μην είναι - όπως ισχυρίζονται μερικοί - παρά «ένα πακέτο ψέματα», που χαλκεύουν οι ισχυροί για να διαφεντεύουν τους ανίσχυρους.
Αλλά κι εκείνοι κι ετούτοι ζουν, αναπνέουν, συντηρούνται και συμβιώνουν με - και χάρη στο ψέμα. Φτάνει να σκεφτούμε πόσο αγριότερη θα ήταν η «ανθρώπινη ζούγκλα», αν λέγαμε απερίφραστα την αλήθεια ο ένας στον άλλον, αν του πετούσαμε καταπρόσωπο την πραγματική γνώμη μας για το μυαλό του, την εμφάνισή του, την πολιτεία του. Είμαστε που είμαστε «λύκοι» ο ένας για τον άλλον - θα γινόμαστε πιράνχας και αλλιγάτορες, και θ' αλληλοσφαζόμαστε κάθε ώρα και στιγμή... Ο πολύς Νίτσε, στη Θέληση της Δύναμης, υποστηρίζει πως «το ψέμα είναι απαραίτητο στη ζωή, κι αυτό αποτελεί μέρος του τρομερού και προβληματικού χαρακτήρα της ύπαρξης».
Κι όχι μόνο απαραίτητο αλλά και ψυχαγωγικό. «Αγαπώ την αλήθεια - έγραφε ο Ανατόλ Φρανς, στην Ανθισμένη ζωή του. Πιστεύω πως η ανθρωπότητα τη χρειάζεται. Αλλά χρειάζεται ακόμα περισσότερο το ψέμα, που την κολακεύει, την παρηγορεί, της δίνει απέραντες ελπίδες. Χωρίς το ψέμα, θα χανόταν μέσα στην απελπισία και την πλήξη».
Για τούτο, οι άνθρωποι έχουν ανάγκη από το λεγόμενο «ζωτικό ψέμα» - το ζωτικό ψέμα, που σκεπάζει τις ασκήμιες, τις ταπεινότητες, τις αθλιότητες, που εξωραΐζει και τρέφει τη ζωή, ακόμα και την πιο άχαρη, και της δίνει κάποιο νόημα και σκοπό, ενώ η αλήθεια μπορεί ν' αποβεί ολέθρια, όπως το έδειξε ο Ιψεν στην Αγριόπαπιά του. Αλλά και ο Μαξίμ Γκόρκι, που ονόμαζε το ψέμα «θρησκεία των σκλάβων και των αφεντάδων, παραδέχεται ωστόσο πως υπάρχει «ψέμα παρηγορητικό που γαληνεύει» (Στο βυθό).
Και να 'ταν μόνο οι άνθρωποι; Ακόμα και οι θεοί το ανέχονται. «Τέχνασμα απατηλό, χάρη του δίκιου, ούτε ο ίδιος ο θεός το αποδοκιμάζει» («Απάτης δικαίας ουκ αποστατεί θεός»), λέει σ' ένα απόσπασμά του ο θεοσεβέστατος Αισχύλος. Κι επαυξάνει: «Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ακόμα κι ο θεός τιμά τα ψέματα» («Ψευδών δε καιρόν έσθ' όπου τιμά θεός»).
Είναι αυτό που ονομάζεται «dolus bonus», «αγαθός δόλος» - έστω κι αν, συχνότατα, ο «δίκαιος σκοπός» δεν είναι παρά πρόφαση για δόλους διόλου αγαθούς...
Αλλά και η επιστήμη και η φιλοσοφία, που αποστολή τους είναι η ανεύρεση της αλήθειας, έχουν αφετηρία τους το ψέμα - αν, τουλάχιστο, πιστέψουμε τον άγγλο ποιητή και πεζογράφο του περασμένου αιώνα Ουώλτερ Σάβατζ Λάντορ: «Αν δεν υπήρχε ψέμα και απάτη στον κόσμο, δεν θα υπήρχε αμφιβολία - αν δεν υπήρχε αμφιβολία, δεν θα υπήρχε έρευνα - αν δεν υπήρχε έρευνα, δεν θα υπήρχε γνώση, σοφία, ιδιοφυία. Και η ίδια η φαντασία θα 'μενε κουκουλωμένη στο μανδύα της, άπραγη, ωχρή και κορδωμένη».
Κι αφού ο λόγος για φαντασία, μήπως ολόκληρη η τέχνη δεν είναι - κατά τον Πλάτωνα - ένα ψέμα, αφού παρασταίνει ψεύτικα και φανταστικά πράγματα σαν αληθινά; Θυμηθείτε πόσο χαριτωμένα τ' ομολογεί ο Λουκιανός στην Αληθινή ιστορία του: «Γράφω για πράγματα που ούτε είδα, ούτε έκανα, ούτε μου τα 'παν άλλοι και που όχι μόνο δεν υπήρξαν ποτέ, αλλά που ούτε καν θα μπορούσαν να υπάρξουν». Προσθέτει, όμως, πως είναι πολύ πιο ειλικρινής απ' τους ομολόγους του, αφού «δηλώνω ότι η μοναδική αλήθεια που θα πω, είναι πως λέω ψέματα». Κι εδώ, διαφωνώ με το Εγχειρίδιο των ΕΛΤΑ, που κατατάζει τους καλλιτέχνες, ηθοποιούς κλπ. στους ψεύτες, πλάι στους πολιτικούς. Επειδή οι ηθοποιοί μπορεί να «ψεύδονται» έντεχνα παρασταίνοντας πρόσωπα που δεν είναι οι ίδιοι, όμως το κοινό το ξέρει και δεν ξεγελιέται αλλά ψυχαγωγείται. Ενώ οι άλλοι ψεύδονται (χωρίς εισαγωγικά) αλλά το κοινό (υποτίθεται πως) δεν ξέρει ότι ψεύδονται και ξεγελιέται συχνά - και διόλου ψυχαγωγικά...
Αλλά και οι ψευδολόγοι πολιτικοί έχουν το άλλοθί τους και μάλιστα εγκυρότατο: τον Πλάτωνα πάλι που, στην Πολιτεία του, τους δίνει μάλιστα και την αποκλειστικότητα της ψευτιάς: «Μόνο στους άρχοντες της πολιτείας ανήκει το δικαίωμα να μεταχειρίζονται το ψέμα, για να γελάσουν ή εχθρούς ή πολίτες για το καλό της πολιτείας» («Τοις άρχουσιν δη της πόλεως, είπερ και τισίν άλλοις, προσήκει ψεύδεσθαι ή πολεμίων ή πολιτικών ένεκα επ' ωφελεία της πόλεως"). Μόνο που οι «άρχοντες» συνηθέστατα ψεύδονται όχι για της πολιτείας το καλό αλλά για το δικό τους. Κι αυτό το «καλό και συμφέρον» το κήρυξαν ωμά πάμπολλοι, από τον Μακιαβέλλι και τον Μαζαρίνο ως τον Χίτλερ («Οι μεγάλες λαϊκές μάζες πέφτουν πιο εύκολα θύματα ενός μεγάλου ψέματος παρά ενός μικρού») κι ως τους αμέτρητους άλλους μιμητές τους - ψευδολόγους και ψευδουργούς, ψευδεγκέφαλους και ψευδόσοφους, ψευδοπροφήτες και ψευτοπατριώτες, ψευδαπόστολους και ψευδοσωτήρες και, τελικά, ψευδανθρώπους, που ψευτίζουν κι όλους τους άλλους.
Και δεν χρειάζεται να προσθέσω πως, στην ακραία έκφανση της πολιτικής, στον πόλεμο (τον κάθε είδους πόλεμο), το Α και το Ω είναι το ψέμα και η εξαπάτηση του αντιπάλου - από τον Δούρειο Ιππο ως την παραπληροφόρηση και τα σύγχρονα «καμουφλάζ».
Άλλωστε - τα του Καίσαρος... - πρέπει να παραδεχθούμε πως το ψέμα απαιτεί και ιδιαίτερο ταλέντο: ο πρώτος τυχών δεν γίνεται επιτυχημένος ψεύτης. «Κάθε ανόητος μπορεί να πει την αλήθεια, αλλά χρειάζεται να έχεις κάποιο μυαλό για να πεις ένα καλό ψέμα», σημείωνε ο Σάμιουελ Μπάτλερ. Και η παροιμία μας «Από μωρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια», δείχνει πως η κυρία αυτή είναι προνόμιο των πτωχών τω πνεύματι...
Κι όχι μόνο εξυπνάδα χρειάζεται το ψέμα, αλλά και γερή μνήμη για να μην πιάνεται ο ψεύτης στα πράσα. Το οποίον, ούτε οι ξεμωραμένοι είναι άξιοι να ψεύδονται.
Και μπορεί ο Σοφοκλής να έλεγε πως «το ψέμα δεν προφταίνει να γεράσει» («ουδέν ψεύδος έρπει εις γήρας χρόνου»), ωστόσο άλλοι, όπως ο Μαρκ Τουαίν, τον διαψεύδουν, λέγοντας πως «η διαφορά ανάμεσα στη γάτα και το ψέμα είναι πως η γάτα έχει μόνο εφτά ζωές». Και υπερθεματίζει: «Την αλήθεια εύκολα τη σκοτώνεις, το καλοστημένο ψέμα είναι αθάνατο»...
Έπειτα από όσα τόλμησα να ισχυρισθώ και να παραθέσω, νομίζω πως ο καλύτερος επίλογος είναι το τετράστιχο απ' τον Δον Ζουάν του Μπάυρον: «Στο κάτω κάτω, τι είναι δα το ψέμα; Τι άλλο παρά η αλήθεια μασκαρεμένη, και προκαλώ ιστορικούς, ήρωες, νομικούς, παπάδες να ιστορήσουν ένα γεγονός χωρίς λίγη μαγιά ψευτιάς».
Γιατί, λοιπόν, να ψέγουμε το ψέμα, που είναι νόμισμα αιώνιο, με τεράστια, διεθνή κι ακλόνητη κυκλοφορία, και να μην εγκωμιάζουμε τις περγαμηνές του, τις χάρες του και τις χαρές που μας δίνει;

Υ.Γ. Επιτρέψτε μου να προσθέσω κάτι ακόμα: υπάρχει ένα γραφικό χωριό που ονομάζεται Ψευτολίμανο, επειδή οι κάτοικοί του φημίζονται για την επίδοσή τους στο ψέμα - όπως οι αρχαίοι Κρήτες και οι σύγχρονοι Μαρσεγέζοι. Ενας παλιός δάσκαλος - ξενοχωρίτης, βέβαια - που υπηρέτησε εκεί, έλεγε πως οι Ψευτολιμανιώτες τού θυμίζουν ένα στίχο από τον Αμφιτρύωνα του Πλαύτου: «Ο,τι κι αν πεις δεν είναι αλήθεια, δεν ήταν ποτέ αλήθεια και δεν θα είναι ποτέ αλήθεια». Απ' αυτό το χωριό κατάγομαι κι εγώ. Ωστε...

Με ειλικρινείς πραγματικά χαιρετισμούς Γ. ΣΕΡΕΤΗΣ Και για την αντιγραφή Μάριος Πλωρίτης
ΤΟ ΒΗΜΑ, Νέες Εποχές, Μάριος Πλωρίτης, Κυριακή 4 Μαΐου 1997

Όταν μας βομβαρδίζουν οι αλήθειες και η πραγματικότητα γίνεται στυγνή κι αμείλικτη, τότε ανατρέχουμε στο παραμύθι, που, αναλόγως της δημιουργικής μας ικανότητας και της φαντασίας που διαθέτουμε, ακόμη δε περισσότερο της δύναμης αυθυποβολής μας, μπορεί να γίνει το ζωτικό μας ψεύδος.
Υπάρχει μια λεπτή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας και γνωρίζουμε ότι είναι ψέματα και στα ψέματα που αρχίζουμε να πιστεύουμε, μια λεπτή ακροβασία ανάμεσα στη δημιουργική ανάγκη και στη σχιζοφρένεια.
Ο Πινόκιο λέει ψέματα για να αποφύγει δύσκολες καταστάσεις κι η μύτη του μεγαλώνει, σημάδι πως ο δημιουργός του, ο Κάρλο Κολόντι καταφεύγει σ' ένα ηθικοπλαστικό τέχνασμα -υποκατάστατου συνείδησης- για να του εμφυσήσει ζωή.
Το παραμύθι στα παιδιά είναι αναγκαιότητα, γιατί μέσα απ' το μαγικό στοιχείο, το φαντασιακό και την υπερβολή υποβάλλεται έμμεσα ένα μήνυμα με τρόπο πολύ θελκτικότερο και αποτελεσματικότερο απ' ό,τι θα πετύχαιναν ώρες ατέλειωτες κηρύγματος με κώδικες δεοντολογίας. Αλλά, πέραν του όποιου διδακτικού του σκοπού είναι και αυταξία.
Ρώτησαν κάποτε τον Αϊνστάιν πώς μπορεί να αναπτυχθεί ευφυΐα στα παιδιά. -Δώστε τους να διαβάσουν παραμύθια, είπε. -Και μετά; -Δώστε τους να διαβάσουν περισσότερα παραμύθια.
Την τέχνη του παραμυθιού και την πίστη του στη φαντασία την είχε εμπεδώσει ο ίδιος καλά, αφού αφετηρία του στη θεωρία της σχετικότητας ήταν η εμμονή του στο όραμα μιας μάγισσας που πετά στον ουρανό, καβαλώντας αντί για σκούπα μια αχτίδα φωτός.
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την απομυθοποίηση και την εκβαράθρωση όλων των συμβόλων, όλων αυτών των ζωτικών ψευδών που λειτουργούν εις παραμυθίαν ψυχής. Το οξύμωρο στον ορθολογισμό, ότι ειδικά σε περιόδους κρίσεων, προσωπικών ή γενικευμένων, οι χαρτορίχτρες κάνουν χρυσές δουλειές, τα έργα φαντασίας σπάνε ταμεία στους σινεμάδες, οι έφηβοι ξημεροβραδιάζονται σε video games ή παιχνίδια ρόλων μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, και αυτή η τάση θεωρείται, δικαίως, πολύ πιο υγιής από άλλου είδους φυγές όπως το αλκοόλ ή οι ψυχοτρόπες ουσίες.
Αλλά η μεγάλη αντίφαση στην παραδοχή της ανάγκης για το παραμύθιασμα είναι όλα τα παραφερνάλια που λειτουργούν ως υποβοηθήματα της φαντασίας, γι' αυτό και τελικά η σημερινή γενιά των παιδιών διαθέτει λιγότερη φαντασία ή η φαντασία των παιδιών έχει υποστεί μια ριζική ποιοτική μεταβολή με το βομβαρδισμό των παιχνιδιών και των ποικίλων επεξηγήσεων που δίνονται στο σύγχρονο παραμύθι. Όμως οι πολλές επεξηγήσεις είναι περιττές˙ το όποιο μήνυμα δε θα επεξεργαστεί ποτέ απ' τον ίδιο τον αποδέκτη του, όταν μασιέται από τον ερμηνευτή του ή το συγγραφέα του (και τις περισσότερες φορές κατά το δοκούν του εκάστοτε ερμηνευτή – ενήλικα, αναλόγως της δικής του παιδείας και των δικών του προσλαμβανουσών). Παλιά, μια πάνινη κούκλα φτιαγμένη από τη μητέρα ή τη νονά ήταν αρκετή για το κορίτσι, μια αυτοσχέδια μπάλα από κουρέλια η ευτυχία για το αγόρι. Οι γιαγιάδες ή οι γριές της γειτονιάς μάζευαν τους πιτσιρικάδες τα βράδια και τους έλεγαν παραμύθια -ιερή τελετουργία που η μαρίδα περίμενε με ανυπομονησία-.
Το ελληνικό λαϊκό παραμύθι είχε όλα τα αναγκαία στοιχεία βίας: τον Αράπη, τη Λάμια, τους βρυκόλακες, τις νεράιδες που σου παίρνουν τη μιλιά, σκηνές άγριες ανθρωποφαγίας όπως στην ελληνική λαϊκή έκδοση της Σταχτοπούτας, όπου η μητέρα φαγώνεται από τις δυο μεγαλύτερες θυγατέρες της. Η τρίτη θα θάψει τα κόκαλα της μάνας της στην αυλή κι από την αχλαδιά που θα φυτρώσει θα έρθουν και τα φορέματα που θα βάλει στο χορό του άρχοντα.
Τα στοιχεία αυτά απορρίφθηκαν ως μη πολιτικώς ορθά. Το νέο παραμύθι έχει οικολογικά μηνύματα και τα στοιχεία βίας αποβάλλονται ως ακατάλληλα παιδαγωγικά. Την ίδια στιγμή όμως σκηνές βιαιότητας πέφτουν σα χείμαρρος από τις τηλεοράσεις και τα ΜΜΕ και το μοντέλο λειτουργεί νομοτελειακά δυϊστικά, υποθάλποντας μια μανιχαϊστική αντίληψη, που είναι βλακώδες να θεωρήσουμε ότι δε γίνεται αντιληπτή απ' το παιδί: ένας κόσμος ιδεατός απ' τη μια (αλλά σαφέστατα μη υπαρκτός) με ήρωες παραμυθιών θερμοκηπίου και ο πραγματικός απ' την άλλη με βία, έγκλημα, αδιαφάνεια, διαφθορά, εξαπάτηση.
Ακραίο παράδειγμα της ηλιθιότητας των ενηλίκων, που συνέλαβαν εγκαίρως και Ιαπωνικές εταιρίες παιχνιδιών και καρτούν, ο γνωστός ήρωας Τομ απ' τη σειρά κινουμένων σχεδίων «Τομ και Τζέρρυ»: Ο γάτος Τομ που κυνηγά το ποντίκι που τον ταλαιπωρεί εμφανίζεται χωρίς στόμα σε ένα μοντέλο κούκλας. Η ιδέα πίσω απ' αυτό; Το στόμα συμβολίζει τη βία του γάτου προς τον ποντικό, άρα κρίνεται ακατάλληλο για παιδιά, ισχυρισμός που απορρίπτει ακόμη και την τροφική αλυσίδα και βασικές αρχές γνώσης του φυσικού κόσμου.
Καμία όμως μελέτη δεν έχει αποδείξει ότι το παραμύθι των παλαιότερων γενεών προκάλεσε στη γενιά τη δική μας ψυχολογικά τραύματα, ώστε το «παραμύθι θερμοκηπίου» να κρίνεται απαραίτητο στο σημερινό παιδί για να του αναπτύξει υγιή προσωπικότητα.
Πιθανόν δομικά στοιχεία του παραμυθιού του χτες, όπως η μάγισσα, η Λάμια ή ο βρυκόλακας λίγα έχουν να πουν στη σύγχρονη γενιά των παιδιών, όταν τα ίδια τα στοιχεία (και τα στοιχειά) της φύσης είναι τόσο λίγο οικεία στις τσιμεντουπόλεις. Αυτό όμως κατ' ουδένα τρόπο δε σημαίνει ότι στοιχειά δεν υπάρχουν, είναι γελοίο για να ξορκίσουμε τους φόβους μας να προβούμε σε γενικεύσεις του τύπου «δεν υπάρχει φόβος».
Πίσω από κάθε μεγάλο θυμό ή οργή υπάρχει κι ένας αξεπέραστος φόβος και πίσω από κάθε φόβο υπάρχει ένα μεγάλο ψυχικό τραύμα.
Η γενικευμένη και εκπεφρασμένη οργή που ζήσαμε τους τελευταίους μήνες στην Ελλάδα είναι και χαρακτηριστικό παράδειγμα των φόβων και των τραυμάτων μας που αδυνατούμε να διαχειριστούμε. Προκειμένου να ερμηνεύσουμε τα ψεύδη της δημόσιας ζωής καταφύγαμε στις εύκολες ερμηνείες που βασίζονται στα δικά μας ζωτικά ψεύδη. Για να είναι όμως το ψεύδος όντως ζωτικό πρέπει και να υπάρχει αυτό το αναγκαίο «και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» που δίνει ακόμη και στη μαυρίλα άνοιγμα σε ορίζοντες φωτός και πίστη στη δύναμη των υπερβάσεων. Έτσι η μύτη του Πινόκιο θα μικρύνει και ο ήρωας θα μεταμορφωθεί από ξύλινη άψυχη κούκλα σε αληθινό αγόρι. Πίσω όμως απ' τη μύτη του Πινόκιο, υπήρχε η εμπιστοσύνη του στη μεταμορφωτική δύναμη της Γαλάζιας Νεράιδας.
Χωρίς μαγιά δεν υπάρχει υπέρβαση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top