Πέμπτη, 22 Αυγούστου 2013

Ο ρυπαίνων πληρώνει με ρυθμό χελώνας...

Με καθυστέρηση δύο ετών ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η οδηγία για την περιβαλλοντική ευθύνη, βάσει της οποίας τέθηκε σε εφαρμογή η βασική αρχή ότι ο ρυπαίνων πληρώνει και μάλιστα όχι απλώς πληρώνει, αλλά αποκαθιστά και το περιβάλλον στην προτεραία του κατάσταση. Ωστόσο,τα αποτελέσματα της εφαρμογής φαίνεται να είναι πενιχρά. Από τις περίπου 100 υποθέσεις στις οποίες εμπλέκεται η αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος (ΥΠΕΚΑ) -συμπεριλαμβάνονται βιομηχανικές εγκαταστάσεις και χώροι διάθεσης αστικών απορριμμάτων (ΧΥΤΑ) που έχουν προκαλέσει σημαντική ρύπανση- μόνο στο 10% εξ αυτών έχουν εντοπιστεί και έχουν αποδοθεί ευθύνες. Από το 2009, οπότε ξεκινάει και η εφαρμογή της στη χώρα μας με προεδρικό διάταγμα, το κόστος της πρόληψης και της αποκατάστασης της περιβαλλοντικής ζημίας στους τρεις φυσικούς πόρους (νερό, έδαφος, βιοποικιλότητα) δεν θα επιβαρύνει πλέον τους φορολογουμένους, αλλά το ρυπαντή. Μία πραγματικά καινοτόμος ρύθμιση, οι αναφορές της οποίας παραπέμπουν στη Λευκή Βίβλο.

Εξι άτομα
Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες όμως που καταβάλλει το επιστημονικό δυναμικό του Συντονιστικού Γραφείου Αποκατάστασης Περιβαλλοντικής Ζημίας του ΥΠΕΚΑ, η ροή των πραγμάτων προχωράει με ρυθμούς χελώνας. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω υπηρεσία άρχισε να στελεχώνεται, με δύο άτομα, λίγο πριν από το τέλος του 2011, δύο χρόνια μετά την ενσωμάτωση της οδηγίας. Σήμερα απασχολούνται έξι, εξακολουθεί δηλαδή να παραμένει υποστελεχωμένη. Αντίστοιχα στην περιφέρεια δεν υπάρχουν ανάλογες αυτόνομες υπηρεσίες. Συστήνονται επιτροπές στις αποκεντρωμένες διοικήσεις με επικεφαλής συνήθως το διευθυντή Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού, οι οποίες σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες κινητοποιούνται, αλλά ταυτόχρονα έχουν να «τρέξουν» κι άλλες υποθέσεις, στο πλαίσιο των γενικότερων αρμοδιοτήτων τους, οπότε δημιουργείται μία διοικητική δυσκαψία, όσον αφορά την ταχύτητα διεκπεραίωσης των υποθέσεων. «Η νομοθεσία είναι σχετικά πρόσφατη, είναι απαιτητική και η ελληνική διοίκηση στερείται επαρκούς προσωπικού για την εφαρμογή της τόσο από πλευράς πλήθους, αλλά κυρίως από πλευράς εμπειριών», εξηγεί ο Δ. Χατζηδάκης, χημικός μηχανικός, πρώην υπάλληλος του ΥΠΕΚΑ, με γνώση των θεμάτων σχετικά με την περιβαλλοντική ευθύνη. Και προσθέτει: «Η διοίκηση καλείται να ανταποκριθεί σε ουσιαστικά πρωτόγνωρες υποχρεώσεις, έχοντας περιορισμένες εμπειρίες και δυνατότητες, έλλειψη δεδομένων αναφοράς και μεθοδολογιών για την εκτίμηση των περιβαλλοντικών κινδύνων και την οικονομική αποτίμηση σεναρίων περιβαλλοντικής αποκατάστασης». Πέρα όμως από τις εγγενείς αδυναμίες της διοίκησης, υπάρχουν και αντικειμενικές δυσκολίες οι οποίες δυσχεραίνουν την απόδοση ευθυνών για την εκάστοτε περιβαλλοντική ζημία. Από τον εντοπισμό (επιθεωρητές Περιβάλλοντος), την εκτίμηση, την οικονομική αποτύπωση της ζημίας και τον καταλογισμό των ευθυνών, μεσολαβούν δαιδαλώδεις διαδικασίες, οι οποίες δεν οδηγούν πάντα σε επιθυμητή λύση, ειδικά στη χώρα μας, όπου το αυτονόητο παραμένει ζητούμενο.

Χωρίς εργαλεία
Κατ' αρχάς, όπως εξηγούν στην «Ε» πηγές από το ΥΠΕΚΑ, «για να γίνει αποτίμηση και να αποδοθούν ευθύνες, πρέπει να γνωρίζει ο έχων την ευθύνη της εκτάστοτε υπόθεσης πώς ήταν το τοπίο στην αρχική του κατάσταση, στην οποία θα πρέπει να επανέλθει. Πολλές φορές, όμως, υπάρχει μεγάλη δυσκολία για να διασαφηνιστεί κάτι τέτοιο. Παρ' όλο που στη χώρα μας έχουν χρηματοδοτηθεί αρκετές μελέτες οι οποίες σχετίζονται με το γεωλογικό υπόβαθρο και τη βιοιποικιλότητα, λείπει εκείνο το επιστημονικό εργαλείο, στο οποίο όλη αυτή η γνώση είναι συγκεντρωμένη και αποτυπωμένη. Οι επιστήμονες βέβαια αντλούν πληροφορίες από τις Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων των επιχειρήσεων, αλλά αυτό δεν είναι αρκετό. Κατά συνέπεια, χάνουν πολύ χρόνο για να εντοπίσουν ποια ήταν η αρχική κατάσταση». Ο εντοπισμός του υπευθύνου δεν είναι πάντα τόσο αυτονόητος, ακόμη κι όταν η ρύπανση εντοπιστεί στην έκταση στην οποία βρίσκεται η επιχείρηση: «Ενα κρίσιμο στοιχείο για την εφαρμογή αυτής της νομοθεσίας είναι η απόδειξη της αιτιώδους συνάφειας περιβαλλοντικής ζημίας και φορέα εκμετάλλευσης. Δηλαδή να αποδειχθεί ποιος είναι υπαίτιος της ζημίας ή να υπάρξει καταμερισμός της ζημίας στην περίπτωση που έχουν συμβάλει περισσότεροι του ενός. Μία χαρακτηριστική -αμαρτωλή- περίπτωση είναι η η ρύπανση του υδροφόρου ορίζοντα στην περιοχή του Ασωπού», υποστηρίζει ο κ. Χατζηδάκης. 

Ποιος από όλους;
Και προσθέτει: «Είναι δύσκολο να κατανείμεις την ποσοστιαία συμβολή του καθενός, από τις επιχειρήσεις-ρυπαντές. Για ποιο λόγο; Εάν υπάρχει μία έκταση της οποίας ο υδροφόρος ορίζοντας φαίνεται ότι έχει ρυπανθεί από συγκεκριμένη δραστηριότητα -παρουσιάζει, για παράδειγμα, υψηλές συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων από θαμμένα απόβλητα στο χώρο που ανήκει στην επιχείρηση- μπορείς βεβαίως να αποδώσεις την ευθύνη στην εν λόγω επιχείρηση, αλλά όχι για το σύνολο της ρύπανσης, αν στην περιοχή αναπτύσσονται παρεμφερείς δραστηριότητες. Κι αυτό γιατί γενικά ο υδροφόρος ορίζοντας δεν είναι κάτι στατικό και η ρυπάνσή του σε συγκεκριμένα σημεία μπορεί να είναι και εκ μεταφοράς. Αρα ενδέχεται να ευθύνεται γι' αυτή, όχι μόνο η επιχείρηση στην έκταση της οποίας εντοπίζονται, αλλά ενδεχόμενως κι άλλες επιχειρήσεις της ευρύτερης περιοχής».

Ο ρυπαντής πτώχευσε...
Στην περίπτωση αυτή, ο ρυπαντής δύσκολα εντοπίζεται. Η ίδια δυσκολία παρουσιάζεται αν η επιχείρηση αλλάξει διεύθυνση ή πτωχεύσει. Στην περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης, η ευθύνη καταλογίζεται στο σημερινό ιδιοκτήτη, κι αυτός με τη σειρά του μπορεί, να διεκδικήσει δικαστικά από τον προηγούμενο το κόστος της αποκατάστασης. Αν ωστόσο ο υπαίτιος παραμένει άφαντος, ή στην περίπτωση πτώχευσης υπάρχει αδυναμία πληρωμής, προβλέπεται η αναγκαστική παρέμβαση της εκάστοτε αποκεντρωμένης διοίκησης, η οποία θα αναλάβει το κόστος αποκατάστασης του τοπίου και μετά θα το καταλογίσει στον υπεύθυνο. Διαδικασία ολίγον δύσκολη, βάσει των υπαρχουσών συνθηκών και της σκληρής οικονομικής διαχείρισης που επιβάλλει το Μνημόνιο στις δαπάνες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα... άφαντου ιδιοκτήτη, είναι το κλειστό εργοστάσιο κονσερβοποιίας στον ποταμό Αραχθο. Μετά την παύση της λειτουργίας, η ιδιοκτησία δεν φρόντισε να αδειάσει τις δεξαμενές μαζούτ, με αποτέλεσμα με το πέρασμα του χρόνου να σημειωθεί διαρροή του καυσίμου μέχρι τον ποταμό. Κι επειδή η επαγγελματική ευσυνειδησία στη χώρα μας δεν είναι ο κανόνας, το μεγαλύτερο πρόβλημα περιβαλλοντικής ρύπανσης δημιουργείται από τις ανεξέλεγκτες αποθέσεις αποβλήτων, κυρίως βιομηχανικής προέλευσης, για τις οποίες οι Αρχές, λόγω της άγνωστης ταυτότητας του «δράστη», δεν μπορούν να αποδώσουν ευθύνες. Μάλιστα, το 30% των φακέλων που διαχειρίζεται η αρμόδια υπηρεσία αφορά αυτού του τύπου υποθέσεις.

Οι ανεξέλεγκτες αποθέσεις
Οι επιστήμονες εξηγούν ότι για να αντιμετωπιστεί το συγκεκριμένο πρόβλημα το ΥΠΕΚΑ «τρέχει» αυτή την περιόδο, σε συνεργασία με το Πράσινο Ταμείο, σχετικό πρόγραμμα προϋπολογισμού 500 χιλιάδων ευρώ. Βάσει αυτού, ζητήθηκε από τις αποκεντρωμένες διοικήσεις να εντοπιστούν και να καταγραφούν οι περιπτώσεις ανεξέλεγκτης απόθεσης αποβλήτων, των οποίων ήταν άγνωστος ο υπεύθυνος που τις προκάλεσε. Επί του παρόντος, αξιολογούνται τα ευρήματα. Στη συνέχεια, θα υπογραφεί η σχετική υπουργική απόφαση, για να εκταμιευθούν τα χρήματα. Εξηγούν, επίσης, ότι πέραν της ανεξέλεγκτης απόθεσης, ένα μεγάλο ποσοστό υποθέσεων περιβαλλοντικής υποβάθμισης και ζημίας οφείλεται και στη μη τήρηση των απόφασεων έγκρισης περιβαλλοντικών όρων από τις επιχειρήσεις.«Γίνεται προβληματική διαχείριση αποβλήτων, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως αναφέρουν, είναι μονάδα διαχείρισης ελαστικών στη Δράμα. Δεν δημιούργησε τους διαδρόμους πρόσβασης που προέβλεπε η Απόφαση Περιβαλλοντικών Ορων για να υπάρχει εύκολη πρόσβαση εντός της μονάδας. Οταν σημειώθηκε πυρκαγιά στη μονάδα, το έργο της κατάσβεσης από την Πυροσβεστική ήταν παρά πολύ δύσκολο, λόγω της έλλειψης αυτών των διαδρόμων. Οι εγκαταστάσεις κάηκαν ολοσχερώς και δημιούργησαν υψηλά επίπεδα ρύπανσης». Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός, σύμφωνα τουλάχιστον με τα λεγόμενα της υπηρεσίας, ότι η οδηγία της περιβαλλοντικής ευθύνης μένει ανεκμετάλλευτη από την κοινωνία των πολιτών. «Ενώ το προεδρικό διάταγμα δίνει την ευχέρεια να υποβάλλουν αιτήματα για ανάληψη δράσης και φυσικά ή νομικά πρόσωπα, εφ' όσον καταθέτουν τεκμηριωμένη καταγγελία, δυστυχώς η πραγματικότητα δείχνει ότι δεν έχει χρησιμοποιηθεί αρκετά αυτό το εργαλείο από την κοινωνία των πολιτών».

Πηγή: Εφημερίδα Ελευθεροτυπία -Της ΝΤΙΝΑΣ ΚΑΡΑΤΖΙΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top