Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Η οικονομία της ευτυχίας...

Ο βασιλιάς του Μπουτάν θέλει να μας κάνει όλους πιο ευτυχισμένους. Οι κυβερνήσεις, λέει, πρέπει να επιδιώξουν να μεγιστοποιήσουν την Ακαθάριστη Εθνική Ευτυχία των ανθρώπων και όχι το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν τους. Αυτή η νέα έμφαση στην ευτυχία αντιπροσωπεύει μια στροφή ή απλά μια μόδα που θα περάσει; Ο καθηγητής πολιτικής οικονομίας Robert Skidelsky, γνωστός για την ανθρωπιστική του προσέγγιση σε οικονομικά θέματα, παραθέτει την άποψή του. Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί οι κυβερνήσεις θα πρέπει να μη δίνουν τόση σημασία στην οικονομική ανάπτυξη, όταν αποδεικνύεται τόσο φευγαλέα. Στην ευρωζώνη δεν αναμένεται ανάπτυξη όλο αυτό το χρόνο. Η βρετανική οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Η ελληνική οικονομία έχει συρρικνώνεται εδώ και χρόνια. Ακόμη και στην Κίνα αναμένεται επιβράδυνση. Γιατί να μην εγκαταλείψουμε την ανάπτυξη και να απολαύσουμε ό,τι έχουμε; Χωρίς αμφιβολία, αυτή η διάθεση θα περάσει όταν αναζωπυρωθεί η ανάπτυξη, καθώς είναι βέβαιο ότι θα γίνει κι αυτό. Παρ’ όλα αυτά, έχει συμβεί μια βαθύτερη αλλαγή στη στάση απέναντι στην ανάπτυξη, η οποία είναι πιθανό να την κάνει λιγότερο σημαντική στο μέλλον -ειδικά στις πλούσιες χώρες. Ο πρώτος παράγοντας που υπονομεύει την επιδίωξη της ανάπτυξης ήταν η ανησυχία για τη βιωσιμότητά της. Μπορούμε να συνεχίσουμε να αναπτυσσόμαστε με τον παλιό ρυθμό, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο το μέλλον μας; Όταν οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν για τα «φυσικά» όρια της οικονομικής ανάπτυξης στη δεκαετία του 1970, εννοούσαν την επικείμενη εξάντληση των τροφίμων και των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων. Πρόσφατα η συζήτηση έχει μετατοπιστεί προς τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα. Όπως τόνισε και η Έκθεση Στερν του 2006, θα πρέπει να θυσιάσουμε κάποια αύξηση σήμερα για να διασφαλίσουμε ότι δεν θα ψηθούμε όλοι αύριο. Περιέργως, ένα ταμπού σε αυτό τον τομέα είναι ο πληθυσμός. Όσο λιγότεροι άνθρωποι υπάρχουν, τόσο λιγότερο κίνδυνο αντιμετωπίζουμε από την υπερθέρμανση του πλανήτη. Αλλά, αντί να αποδεχθούν την φυσική μείωση του πληθυσμού τους, οι κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών απορροφούν όλο και περισσότερους ανθρώπους για να κρατήσουν χαμηλούς τους μισθούς και έτσι να αναπτυχθούν ταχύτερα. Μια πιο πρόσφατη ανησυχία επικεντρώνεται στα απογοητευτικά αποτελέσματα της ανάπτυξης. Γίνεται όλο και περισσότερο κατανοητό ότι η ανάπτυξη δεν αυξάνει αναγκαστικά την αίσθηση της ευημερίας. Γιατί λοιπόν να συνεχίσει να αυξάνεται; Οι βάσεις για το ζήτημα αυτό τέθηκαν πριν από αρκετά χρόνια. Το 1974, ο οικονομολόγος Robert Easterlin δημοσίευσε μια περίφημη εργασία με τίτλο «Η οικονομική ανάπτυξη βελτιώνει την ανθρώπινη κατάσταση; Κάποια εμπειρικά στοιχεία». Αφού συσχέτισε το κατά κεφαλήν εισόδημα και τα αυτοαναφερόμενα επίπεδα ευτυχίας σε διάφορες χώρες, έφτασε σ’ ένα αναπάντεχο συμπέρασμα: ίσως όχι. Πέρα από ένα μάλλον χαμηλό επίπεδο εισοδήματος (αρκετό για να ικανοποιήσει τις βασικές ανάγκες), ο Easterlin δεν βρήκε καμία συσχέτιση μεταξύ της ευτυχίας και του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, το ΑΕΠ είναι ένα φτωχό μέτρο ικανοποίησης από τη ζωή. Το συμπέρασμα ενίσχυσε τις προσπάθειες για την εκπόνηση εναλλακτικών δεικτών. Το 1972, οι οικονομολόγοι William Nordhaus και James Tobin, εισήγαγαν ένα μέτρο που ονομάζεται «Καθαρή Οικονομική Ευημερία», αφαιρώντας από το ΑΕΠ τις «κακές» αποδόσεις, όπως η ρύπανση, και προσθέτοντας μη εμπορικές δραστηριότητες, όπως η αναψυχή. Έδειξαν ότι μια κοινωνία με περισσότερο ελεύθερο χρόνο και λιγότερη εργασία θα μπορούσε να έχει τόση ευημερία όση και μία με περισσότερη δουλειά – και επομένως μεγαλύτερο ΑΕΠ- και λιγότερο ελεύθερο χρόνο. Πιο πρόσφατες μετρήσεις έχουν προσπαθήσει να ενσωματώσουν ένα ευρύτερο φάσμα δεικτών «ποιότητας ζωής». Το πρόβλημα είναι ότι μπορείς να μετρήσεις την ποσότητα των πραγμάτων, αλλά όχι την ποιότητα της ζωής. Το πώς μπορεί κανείς να συνδυάσει την ποσότητα και την ποιότητα σε κάποιο δείκτη «ικανοποίησης από τη ζωή» είναι μάλλον ένα ζήτημα ηθικής και όχι οικονομικό. Έτσι, δεν είναι έκπληξη το γεγονός ότι οι περισσότεροι οικονομολόγοι κολλάνε σε ποσοτικά μέτρα της «ευημερίας». Κι ένα άλλο εύρημα έχει επίσης αρχίσει να επηρεάζει την τρέχουσα συζήτηση για την ανάπτυξη: οι φτωχοί άνθρωποι σε μια χώρα είναι λιγότερο ευτυχισμένοι από ό,τι οι πλούσιοι. Με άλλα λόγια, πάνω από ένα χαμηλό επίπεδο επάρκειας, τα επίπεδα ευτυχίας των ανθρώπων καθορίζονται πολύ λιγότερο από το απόλυτο εισόδημά τους από ό,τι σε σύγκριση με το εισόδημά τους σε σχέση με κάποια ομάδα αναφοράς. Συγκρίνουμε συνεχώς τα αγαθά μας με εκείνα των άλλων και αισθανόμαστε είτε ανώτεροι είτε κατώτεροι, ανεξάρτητα από το επίπεδο του εισοδήματος μας: η ευημερία εξαρτάται περισσότερο από το πώς οι καρποί της ανάπτυξης διανέμονται και όχι από το απόλυτο ποσό τους. Για να το θέσουμε διαφορετικά, αυτό που έχει σημασία για την ικανοποίηση από τη ζωή δεν είναι η ανάπτυξη του μικρού εισοδήματος αλλά του μεσαίου εισοδήματος –του εισοδήματος του τυπικού ατόμου. Σκεφτείτε έναν πληθυσμό με δέκα ανθρώπους (ας πούμε, ένα εργοστάσιο), στον οποίο ο διευθύνων σύμβουλος κερδίζει 150.000 δολάρια το χρόνο και οι άλλοι εννέα εργαζόμενοι 10.000 δολάρια ο καθένας. Ο αριθμητικός μέσος όρος των εισοδημάτων τους είναι 25.000 δολάρια, αλλά το 90% κερδίζει 10.000 δολάρια. Με αυτή την κατανομή εισοδήματος, θα ήταν έκπληξη αν η οικονομική ανάπτυξη αύξανε την αίσθηση ευημερίας του τυπικού ατόμου. Αυτό δεν είναι ένα κενό παράδειγμα. Στις πλούσιες κοινωνίες κατά τη διάρκεια των τελευταίων τριών δεκαετιών, τα χαμηλά εισοδήματα έχουν αυξηθεί σταθερά, αλλά τα τυπικά εισοδήματα έχουν παραμείνει στάσιμα ή έχουν μειωθεί. Με άλλα λόγια, μια μειοψηφία – μια πολύ μικρή μειοψηφία σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία – έχει καρπωθεί τα περισσότερα από τα κέρδη της ανάπτυξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν χρειαζόμαστε περισσότερη ανάπτυξη, αλλά περισσότερη ισότητα. Η μεγαλύτερη ισότητα δεν θα προκαλούσε μόνο την ικανοποίηση που πηγάζει από την περισσότερη ασφάλεια και την καλύτερη υγεία, αλλά και την ικανοποίηση που πηγάζει από τον περισσότερο ελεύθερο χρόνο, τον περισσότερο χρόνο με την οικογένεια και τους φίλους, τον περισσότερο σεβασμό από τους συνανθρώπους και τις περισσότερες επιλογές στον τρόπο ζωής. Η μεγάλη ανισότητα μας κάνει πιο πεινασμένους για τα αγαθά, υπενθυμίζοντάς μας συνεχώς ότι έχουμε λιγότερο από όσα ο διπλανός μας. Ζούμε σε μια κοινωνία τυχοδιωκτική με υπερφορτωμένους πατέρες και «τίγρεις» μητέρες, που φωνάζουν συνεχώς στους εαυτούς τους και στα παιδιά τους να «πάνε μπροστά». Ο φιλόσοφος του 19ου αιώνα, John Stuart Mill, είχε μια πιο πολιτισμένη άποψη: «Ομολογώ ότι δεν με γοητεύει το ιδανικό της ζωής που προέκυψε από εκείνους που πιστεύουν… ότι το ποδοπάτημα, η σύνθλιψη και ο παραγκωνισμός που συνιστούν την υπάρχουσα κοινωνική ζωή, είναι τα πιο επιθυμητά αγαθά για το ανθρώπινο είδος… Η καλύτερη κατάσταση για την ανθρώπινη φύση είναι εκείνη κατά την οποία, ενώ κανείς δεν είναι φτωχός, κανείς δεν επιθυμεί να είναι πιο πλούσιος, ούτε έχει κανένα λόγο να φοβάται ότι θα υποβιβαστεί από τις προσπάθειες των άλλων να προχωρήσουν». Αυτό μάθημα έχει χαθεί για τους περισσότερους οικονομολόγους σήμερα, αλλά όχι για τον βασιλιά του Μπουτάν – ή για τους πολλούς ανθρώπους που έχουν αναγνωρίσει τα όρια του ποσοτικού πλούτου.

Πηγή:antinews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

 
back to top